Luca κατά Μολδαβίας 2024 – Οι αρχές οφείλουν να διερευνούν τα αίτια της αποξένωσης και να λαμβάνουν έγκαιρα μέτρα για τη διατήρηση της σχέσης γονέα και παιδιού.

Η Luca v. the Republic of Moldova δείχνει ότι, όταν ένα παιδί απορρίπτει αιφνίδια την επικοινωνία με έναν γονέα, η υποχρέωση των αρχών δεν εξαντλείται στην καταγραφή της άρνησης. Πρέπει να εξετάσουν τις περιστάσεις και τα αίτια της στάσης αυτής, το συμφέρον του παιδιού και, όπου είναι αναγκαίο, να λάβουν έγκαιρα και κατάλληλα μέτρα για τη διευκόλυνση της οικογενειακής σχέσης. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η εξέταση αυτή έπρεπε επίσης να λάβει υπόψη το αποδεδειγμένο πλαίσιο ενδοοικογενειακής βίας.

 

  1. Βασικά στοιχεία

Υπόθεση: Luca v. the Republic of Moldova

Αριθμός προσφυγής: 55351/17

Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Β΄ Τμήμα

Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου 2023

Οριστική: 17 Ιανουαρίου 2024

Άρθρα: 3, 8 και 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ

Αποτέλεσμα: ομόφωνη διαπίστωση παραβίασης και των τριών σχετικών εγγυήσεων.

  1. Ιστορικό

Η προσφεύγουσα είχε δύο παιδιά με τον σύζυγό της. Τα παιδιά είχαν γεννηθεί το 2006. Από το 2012 ο πατέρας και τα παιδιά επέστρεψαν στη Μολδαβία, ενώ η μητέρα παρέμεινε στην Ιταλία εργαζόμενη για την οικονομική υποστήριξη της οικογένειας και τους ακολούθησε το 2015. Η ίδια κατήγγειλε ότι από τον Οκτώβριο του 2015 άρχισε να υφίσταται ψυχολογική και σωματική βία. Μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι ο πατέρας ενθάρρυνε τα παιδιά να σχηματίσουν αρνητική εικόνα για εκείνη. Εκδόθηκε μάλιστα στις 2 Αυγούστου 2016 διαταγή προστασίας, διάρκειας 90 ημερών. Στις 22 Αυγούστου 2016, ενώ η διαταγή προστασίας βρισκόταν ακόμη σε ισχύ, τα παιδιά μετακόμισαν στον πατέρα και σταμάτησαν να απαντούν στις τηλεφωνικές κλήσεις της μητέρας.

  1. Το κρίσιμο ζήτημα της επικοινωνίας με τα παιδιά

Η μητέρα ζήτησε από την αρμόδια υπηρεσία παιδικής προστασίας να καθοριστεί πρόγραμμα επικοινωνίας που θα της επέτρεπε να περνά χρόνο με τα παιδιά. Η υπηρεσία αρχικά αρνήθηκε. Βασίστηκε στις αρνητικές δηλώσεις των παιδιών για τη μητέρα και στην επιθυμία τους να παραμείνουν με τον πατέρα. Ωστόσο, η μητέρα υποστήριζε ότι η αρνητική αυτή στάση ήταν αποτέλεσμα της επιρροής του πατέρα και ότι οι αρχές δεν είχαν εξετάσει γιατί τα παιδιά άλλαξαν στάση απέναντί της.

Με δικαστική απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2016 η υπηρεσία παιδικής προστασίας υποχρεώθηκε να καθορίσει πρόγραμμα επικοινωνίας. Τελικά προβλέφθηκε τα παιδιά να περνούν κάθε δεύτερη εβδομάδα με τη μητέρα τους. Στην πράξη όμως η επικοινωνία δεν πραγματοποιήθηκε και οι επανειλημμένες προσφυγές της μητέρας στις αρχές δεν οδήγησαν σε αποτελεσματική αποκατάσταση της σχέσης.

  1. Η καθοριστική θέση του ΕΔΔΑ: το παιδί δεν διαθέτει «δικαίωμα βέτο»

Το ΕΔΔΑ δέχεται βεβαίως ότι οι απόψεις των παιδιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Όμως ξεκαθαρίζει ότι οι απόψεις των παιδιών δεν είναι κατ’ ανάγκη αμετάβλητες και οι αντιρρήσεις τους δεν αρκούν κατ’ ανάγκη για να υπερισχύσουν του συμφέροντος του γονέα να έχει τακτική επικοινωνία μαζί τους. Το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως παροχή μιας άνευ όρων εξουσίας “βέτο”, χωρίς να εξετάζονται οι υπόλοιποι παράγοντες και το πραγματικό συμφέρον του παιδιού. Κατά το Δικαστήριο, το συμφέρον του παιδιού κανονικά επιβάλλει τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών, εκτός εάν αυτό θα έβλαπτε την υγεία και την ανάπτυξή του.

Η απόφαση δεν λέει ότι η βούληση του παιδιού πρέπει να αγνοείται. Λέει κάτι πιο ουσιαστικό. Η άρνηση επικοινωνίας πρέπει να διερευνάται και όχι απλώς να καταγράφεται.

  1. Οι αρχές όφειλαν να εξετάσουν γιατί τα παιδιά αρνούνταν

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι αρχές στηρίχθηκαν στην αρνητική στάση των παιδιών χωρίς να λάβουν επαρκώς υπόψη τους ισχυρισμούς της μητέρας ότι προηγουμένως είχε φυσιολογική σχέση μαζί τους, το πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, το γεγονός ότι υπήρχε ακόμη διαταγή προστασίας, και την ανάγκη αξιολόγησης των πραγματικών αιτίων της αντίστασης των παιδιών. Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι δεν του παρουσιάστηκε κάποια επίσημη έρευνα ή αξιολόγηση των αιτίων της άρνησης των παιδιών να βλέπουν τη μητέρα τους.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι αρχές είχαν εξετάσει εάν η συμπεριφορά των παιδιών συνδεόταν με το γεγονός ότι είχαν υπάρξει μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας ή ποια επίδραση είχε πάνω τους η διαβίωση με τον δράστη της ενδοοικογενειακής βίας.

  1. Η αποκατάσταση της σχέσης απαιτεί ενεργό κρατική παρέμβαση

Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μια έντονη άρνηση των παιδιών μπορεί να δημιουργεί εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και ότι ενδέχεται να χρειάζονται πολύπλοκα και σταδιακά μέτρα προετοιμασίας για την επανασύνδεσή τους με τον γονέα. Παράλληλα, το ΕΔΔΑ τόνισε ότι τα εξαναγκαστικά μέτρα απέναντι στα παιδιά δεν είναι επιθυμητά και πρέπει να περιορίζονται σε αυτό το ιδιαίτερα ευαίσθητο πεδίο. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν διαφορετικό – οι κρατικές αρχές ουσιαστικά δεν ανέλαβαν από μόνες τους ενεργό ρόλο για να στηρίξουν τη μητέρα στην αποκατάσταση της επικοινωνίας.

Το Δικαστήριο σημείωσε χαρακτηριστικά ότι η μητέρα αφέθηκε να υπερασπίζεται μόνη της το δικαίωμά της να διατηρήσει επαφή με τα παιδιά, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να κινεί δικαστικές διαδικασίες εναντίον των ίδιων των αρχών που έπρεπε να τη βοηθήσουν.

  1. Η καθυστέρηση είχε ιδιαίτερη σημασία

Η μητέρα πέτυχε δικαστική απόφαση στις 11 Νοεμβρίου 2016 που υποχρέωνε την υπηρεσία παιδικής προστασίας να καθορίσει πρόγραμμα επικοινωνίας. Ωστόσο, το πρόγραμμα δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο του 2017. Παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες για μη εφαρμογή του, μόλις στις 23 Μαΐου 2017 ειδικός παιδικής προστασίας συνόδευσε τη μητέρα σε επίσκεψη στο σχολείο. Πιο ολοκληρωμένη υποστήριξη φαίνεται ότι οργανώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2017, περίπου ένα έτος μετά την έναρξη της άρνησης επικοινωνίας.

  1. Παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ

Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Καθοριστικοί παράγοντες ήταν:

α) η μη συνεκτίμηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας κατά τον χειρισμό της επικοινωνίας με τα παιδιά και

β) η αποτυχία των αρχών να λάβουν έγκαιρα μέτρα ώστε να στηρίξουν τη μητέρα στη διατήρηση της σχέσης της με τα παιδιά.

  1. Παραβίαση του άρθρου 3

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε επίσης παραβίαση του άρθρου 3 τόσο ως προς την ουσιαστική όσο και ως προς τη διαδικαστική του διάσταση. Οι αρχές όφειλαν να πραγματοποιήσουν αυτόνομη, προληπτική και ολοκληρωμένη αξιολόγηση κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο μεμονωμένα επεισόδια αλλά ολόκληρη την πορεία της συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης της καταγγελλόμενης ψυχολογικής βίας. Αυτό δεν έγινε. Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ανεπάρκειες στην έρευνα των καταγγελιών και σημαντική καθυστέρηση στην ποινική αντιμετώπιση.

  1. Παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3

Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι και το σκέλος περί διακρίσεων. Τα εθνικά δικαστήρια είχαν χρησιμοποιήσει εκφράσεις που εμφάνιζαν τις καταγγελίες της προσφεύγουσας ως «οικογενειακές παρεξηγήσεις», ως «υπερδραματικές», ενώ άφηναν να εννοηθεί ότι ζητούσε προστασία ως «μέσο εκδίκησης» ή για άλλους σκοπούς.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αυτή η γλώσσα παρέπεμπε σε στερεότυπα και προκαταλήψεις για τις γυναίκες που προσφεύγουν στους μηχανισμούς προστασίας από την ενδοοικογενειακή βία. Κατέληξε ότι η στάση των αρχών αντανακλούσε διακριτική μεταχείριση της προσφεύγουσας ως γυναίκας.

  1. Τελική κρίση

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 3, ουσιαστικά και διαδικαστικά, παραβίαση του άρθρου 8, παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3. Επιδίκασε επίσης στην προσφεύγουσα 14.250 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.840 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

Ακολουθεί η απόφαση στο σύνδεσμο:

CASE OF LUCA v. THE REPUBLIC OF MOLDOVA

Leave a reply

Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία «Κάθε παιδί χρειάζεται 2  Γονείς Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «A Child Needs 2 Parents ΑΜΚΕ»

Άρθρα

Επικοινωνία

Παναγή Τσαλδάρη 309
Νίκαια
ΤΚ: 18453

Υποστήριξη

Με ενθουσιώδεις εθελοντές, είμαστε έτοιμοι να σας στηρίξουμε οποιαδήποτε στιγμή.