Η αξία της Χ και λοιποί κατά Σλοβενίας είναι ότι αποφεύγει μία απλουστευτική λογική «μητέρα εναντίον πατέρα». Το ίδιο το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις αποξενωτικής συμπεριφοράς της μητέρας. Παρ’ όλα αυτά, έθεσε ένα σαφές όριο: η προστασία της σχέσης του παιδιού με τον έναν γονέα δεν μπορεί να επιδιώκεται με μέτρα που διαλύουν χωρίς επαρκή αιτιολόγηση τη σχέση του με τον άλλο.
- Στοιχεία απόφασης
Υπόθεση: X and Others v. Slovenia
Προσφυγές: 27746/22 και 28291/22
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Πρώτο Τμήμα
Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2024
Αντικείμενο: επιμέλεια τριών παιδιών, εξαναγκαστική απομάκρυνσή τους από τη μητέρα, πλήρης διακοπή της επικοινωνίας μαζί της, συμμετοχή και εκπροσώπηση των παιδιών στη δικαστική διαδικασία και νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου.
Κρίσιμες διατάξεις: άρθρο 8 ΕΣΔΑ, δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, και άρθρο 6 §1 ΕΣΔΑ, δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νόμιμα.
- Ιστορικό της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορούσε μητέρα και τα τρία παιδιά της. Οι γονείς χώρισαν το 2018 και ακολούθησε εξαιρετικά έντονη αντιδικία σχετικά με την επιμέλεια και την επικοινωνία. Τα παιδιά αρχικά ζούσαν με τη μητέρα και προβλεπόταν τακτική επικοινωνία με τον πατέρα. Οι κοινωνικές υπηρεσίες και στη συνέχεια τα εθνικά δικαστήρια θεώρησαν ότι η μητέρα παρεμπόδιζε την επικοινωνία των παιδιών με τον πατέρα και επιχειρούσε να τα αποξενώσει από εκείνον. Τον Νοέμβριο του 2019 η προσωρινή επιμέλεια ανατέθηκε στον πατέρα. Η κατάσταση όμως εξελίχθηκε δραματικά. Τα παιδιά αντιδρούσαν έντονα στην επιστροφή τους στον πατέρα και εξέφραζαν την επιθυμία να παραμείνουν με τη μητέρα. Στις 16 Μαρτίου 2020 το εθνικό δικαστήριο διέταξε αφενός την πλήρη διακοπή της επικοινωνίας τους με τη μητέρα και αφετέρου την αναγκαστική απομάκρυνσή τους από εκείνη. Στις 17 Μαρτίου 2020 πραγματοποιήθηκε η αναγκαστική παράδοση. Τα παιδιά, ηλικίας τότε έξι και οκτώ ετών, αντιστάθηκαν έντονα. Η διαδικασία ξεκίνησε περίπου το μεσημέρι και ολοκληρώθηκε περίπου στις 16:00, όταν μεταφέρθηκαν στο σπίτι του πατέρα.
- Το ΕΔΔΑ δεν αγνόησε το ζήτημα της γονικής αποξένωσης
Το ΕΔΔΑ δεν απέρριψε τη διαπίστωση των εθνικών αρχών ότι η μητέρα είχε επιχειρήσει να αποξενώσει τα παιδιά από τον πατέρα. Αντίθετα, τόνισε ότι η βλάβη που μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά η γονική αποξένωση δεν πρέπει να υποτιμάται. Αναγνώρισε επίσης ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, ακόμη και η απομάκρυνση ενός παιδιού από γονέα που το αποξενώνει ή ο περιορισμός της επικοινωνίας μπορεί να δικαιολογηθεί.
Η ουσία της απόφασης: Η ύπαρξη γονικής αποξένωσης δεν απαλλάσσει το κράτος από την υποχρέωση να εξετάσει εάν τα μέτρα που λαμβάνει είναι αναγκαία, αναλογικά και πραγματικά υπηρετούν το συμφέρον των παιδιών.
- Η βίαιη μετακίνηση του παιδιού δεν αποτελεί αυτονόητη λύση
Το ΕΔΔΑ έθεσε μία πολύ σημαντική αρχή: η εξαναγκαστική μετακίνηση ενός παιδιού από τον έναν γονέα στον άλλο, με στόχο να καμφθεί η αντίστασή του, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί όταν αντιβαίνει στο βέλτιστο συμφέρον του και ιδίως όταν δεν έχουν προηγουμένως εξεταστεί σοβαρά λιγότερο περιοριστικά μέτρα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εθνική απόφαση για την απομάκρυνση των παιδιών δεν εξηγούσε γιατί δεν είχαν προηγουμένως δοκιμαστεί άλλες λύσεις. Το ΕΔΔΑ επισήμανε ιδιαίτερα ότι δεν φαίνεται να είχαν ληφθεί σοβαρά προπαρασκευαστικά μέτρα ώστε τα παιδιά να προετοιμαστούν για την επιστροφή στον πατέρα, μολονότι η αντίστασή τους ήταν ήδη γνωστή στις αρχές. Παράλληλα υπήρχε η δυνατότητα χρηματικών κυρώσεων κατά του γονέα που δεν συμμορφωνόταν, όμως δεν είχε επιβληθεί τέτοια κύρωση.
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι η απόφαση της 16ης Μαρτίου 2020 για την αναγκαστική απομάκρυνση δεν στηριζόταν σε συναφείς και επαρκείς λόγους και συνεπώς παραβίασε το άρθρο 8 ως προς τα παιδιά.
- Πλήρης διακοπή της επικοινωνίας γονέα και παιδιού
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η αμοιβαία απόλαυση της συντροφιάς γονέων και παιδιών αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής ακόμη και όταν η σχέση μεταξύ των γονέων έχει διακοπεί. Παράλληλα υπογράμμισε ότι το συμφέρον του παιδιού βρίσκεται στο επίκεντρο της αξιολόγησης, απαιτείται ιδιαίτερα αυστηρός έλεγχος όταν επιβάλλονται πρόσθετοι περιορισμοί στην επικοινωνία, η διακοπή των οικογενειακών δεσμών μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο από πραγματικά εξαιρετικές περιστάσεις, πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για τη διατήρηση των προσωπικών σχέσεων του παιδιού με την οικογένειά του.
- Τι έλειπε από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων
Για την πλήρη διακοπή επικοινωνίας της 16ης Μαρτίου 2020, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί σοβαρή εξέταση των δυσκολιών που εμφανίζονταν κατά την παράδοση των παιδιών, λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών, των επιπτώσεων που θα είχε στα παιδιά η πλήρης διακοπή της σχέσης με τη μητέρα, της ιδιαίτερα ισχυρής σύνδεσης των παιδιών μαζί της, δεδομένου ότι ήταν προηγουμένως η κύρια φροντίστριά τους.
Επιπλέον, δεν υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο υποστήριξης της οικογένειας ούτε σαφές χρονικό πλαίσιο επανεξέτασης του μέτρου. Κατά το ΕΔΔΑ, αυτό δημιούργησε κατάσταση αβεβαιότητας επιβαρυντική για τα παιδιά.
- Η δεύτερη απαγόρευση επικοινωνίας
Τον Αύγουστο του 2022 επιβλήθηκε νέα πλήρης διακοπή της επικοινωνίας, η οποία ακολούθως ενσωματώθηκε σε απόφαση του Νοεμβρίου 2022. Το ΕΔΔΑ στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η σχετική πραγματογνωμοσύνη, η οποία συνέστηνε πλήρη διακοπή της επικοινωνίας, βασίστηκε μόνο στον φάκελο. Οι πραγματογνώμονες δεν είχαν πραγματοποιήσει νέα συνέντευξη με την οικογένεια, παρότι είχαν μεσολαβήσει περισσότεροι από δεκαοκτώ μήνες από την προηγούμενη εξέταση. Παράλληλα, το εθνικό δικαστήριο δεν διερεύνησε επαρκώς τα περιστατικά κατά τα οποία τα παιδιά εγκατέλειπαν το σπίτι του πατέρα. Αργότερα οι κοινωνικές υπηρεσίες ζήτησαν τη μεταφορά των παιδιών στη μητέρα, εκφράζοντας ανησυχίες για την κατάστασή τους στο σπίτι του πατέρα. Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι η απαγόρευση επικοινωνίας δεν στηρίχθηκε σε εις βάθος εξέταση της συνολικής οικογενειακής κατάστασης ούτε σε επαρκείς λόγους.
- Το δικαίωμα του παιδιού να ακούγεται
Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι όταν τα παιδιά είναι ικανά να διαμορφώνουν δική τους άποψη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμετείχαν επαρκώς στη διαδικασία εάν δεν είχαν τη δυνατότητα να ακουστούν και οι απόψεις τους δεν έλαβαν το κατάλληλο βάρος ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά τους.
Στην υπόθεση αυτή τα παιδιά δεν ακούστηκαν ποτέ απευθείας από το δικαστήριο. Είχαν εκφράσει σε ψυχολόγο την επιθυμία τους να ζουν με τη μητέρα. Κατά την απόφαση του 2022 ήταν ηλικίας έντεκα και οκτώ ετών. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, εφόσον το δικαστήριο είχε επιλέξει να μην ακούσει τα παιδιά, ήταν ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη να εξασφαλιστεί κατάλληλος και αμερόληπτος εκπρόσωπος των συμφερόντων τους. Αυτό δεν έγινε. Η παράλειψη κατάλληλης εκπροσώπησης των συμφερόντων των παιδιών κρίθηκε αυτοτελής παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
- Παραβίαση και του άρθρου 6 §1
Η υπόθεση είχε και μία δεύτερη σημαντική διάσταση. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η υπόθεση είχε ανατεθεί σε συγκεκριμένη δικαστή κατά τρόπο που παραβίαζε εμφανώς τους εθνικούς κανόνες κατανομής υποθέσεων. Τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν δεν προβλέπονταν από το σχετικό εθνικό δίκαιο ούτε ήταν προβλέψιμα από άλλη βάση. Η παρατυπία ήταν τέτοιας σοβαρότητας ώστε έθιξε, κατά το ΕΔΔΑ, την ίδια την ουσία του δικαιώματος σε «δικαστήριο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τον νόμο». Διαπιστώθηκε επομένως παραβίαση του άρθρου 6 §1.
- Η τελική κρίση του ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 §1, ως προς το δικαίωμα της μητέρας σε δικαστήριο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τον νόμο, παραβίαση του άρθρου 8 ως προς τα παιδιά, λόγω της απόφασης για την αναγκαστική απομάκρυνσή τους, παραβίαση του άρθρου 8 ως προς μητέρα και παιδιά, λόγω της πλήρους διακοπής της επικοινωνίας, παραβίαση του άρθρου 8 ως προς τα παιδιά, επειδή δεν εξασφαλίστηκε κατάλληλη εκπροσώπηση των συμφερόντων τους στη διαδικασία επιμέλειας και επικοινωνίας. Επιδίκασε επίσης 7.000 ευρώ στη μητέρα και 20.000 ευρώ συνολικά στα τρία παιδιά για ηθική βλάβη, καθώς και ποσά για δικαστικά έξοδα.
Ακολουθεί στο σύνδεσμο η απόφαση: