Η έκδοση μιας δικαστικής απόφασης επικοινωνίας δεν αρκεί για να εκπληρώσει το κράτος τις υποχρεώσεις του. Όταν η σχέση παιδιού και γονέα εμποδίζεται, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ενεργούν έγκαιρα και ουσιαστικά, να διερευνούν τα πραγματικά αίτια της άρνησης του παιδιού και να λαμβάνουν πρόσφορα μέτρα για την αποκατάσταση της επικοινωνίας, με πρωταρχικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Η άποψη του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, αλλά δεν λειτουργεί ως άνευ όρων «βέτο».
- Βασικά στοιχεία
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Πέμπτο Τμήμα
Υπόθεση: E.K. v. Latvia
Αριθμός προσφυγής: 25942/20
Απόφαση: 13 Απριλίου 2023
Οριστική: 13 Ιουλίου 2023
Διάταξη: Άρθρο 8 ΕΣΔΑ, δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής
Αποτέλεσμα: Παραβίαση του άρθρου 8
Αποζημίωση: 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.060 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.
- Αντικείμενο της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορούσε την αδυναμία ουσιαστικής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που είχε αναγνωρίσει στον πατέρα δικαίωμα επικοινωνίας με την κόρη του. Οι γονείς είχαν χωρίσει το 2016. Διατηρούσαν κοινή γονική μέριμνα, ενώ τα εθνικά δικαστήρια είχαν καθορίσει συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας του πατέρα με την κόρη, με σταδιακή διεύρυνσή του, η οποία περιλάμβανε διανυκτερεύσεις, διακοπές και τηλεφωνική επικοινωνία.
Παρά τις δικαστικές αποφάσεις, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εξετάζει το ΕΔΔΑ, η μητέρα παρεμπόδιζε την επικοινωνία. Αρχικά το παιδί είχε εκδηλώσει θετική σχέση με τον πατέρα του, αλλά με την πάροδο του χρόνου άρχισε να αρνείται να τον συναντήσει.
- Η σταδιακή διακοπή της σχέσης πατέρα και κόρης
Ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταβολή της στάσης του παιδιού. Το 2017, σε συνάντηση του πατέρα με την κόρη του, είχε καταγραφεί ότι το παιδί τον πλησίασε με χαρά, του έδειχνε τις ζωγραφιές του, καθόταν στην αγκαλιά του και δεν ήθελε να φύγει. Στη συνέχεια όμως η κατάσταση μεταβλήθηκε. Οι εθνικές αρχές είχαν διαπιστώσει έντονη γονική σύγκρουση, ενώ αξιολογήσεις ανέφεραν ότι η αρνητική στάση της μητέρας απέναντι στον πατέρα μπορούσε να δημιουργεί ή να ενισχύει την αμφίθυμη στάση του παιδιού προς εκείνον. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε τελικά ότι η κατάσταση αυτή διήρκεσε περισσότερο από τέσσερα χρόνια, κατά τα οποία ο πατέρας μπόρεσε να συναντήσει την κόρη του μόνο σε λίγες περιπτώσεις.
- Κομβικό σημείο: Η επιθυμία του παιδιού δεν αποτελεί «βέτο»
Το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι οι απόψεις των παιδιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκην αμετάβλητες. Η αντίρρηση ενός παιδιού δεν αρκεί από μόνη της για να υπερισχύσει του συμφέροντος του γονέα να έχει τακτική επαφή μαζί του. Κυρίως, το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως«ανεπιφύλακτο δικαίωμα βέτο», χωρίς εξέταση και των υπόλοιπων παραγόντων και, πρωτίστως, του βέλτιστου συμφέροντός του. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης ότι το συμφέρον του παιδιού κανονικά επιβάλλει τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών, εκτός εάν η διατήρησή τους βλάπτει την υγεία και την ανάπτυξή του.
Άρα, η ουσία της θέσης του ΕΔΔΑ είναι «Το παιδί δεν θέλει να δει τον γονέα» δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει το τέλος της εξέτασης της υπόθεσης. Οι αρχές πρέπει να εξετάσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε αυτή η άρνηση και ποια μέτρα μπορούν να ληφθούν με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
- Η σύγκρουση των γονέων δεν απαλλάσσει το κράτος
Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι η αποκατάσταση της επικοινωνίας μετά τον χωρισμό μπορεί να απαιτεί προπαρασκευαστικά ή σταδιακά μέτρα. Όμως η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των χωρισμένων γονέων δεν απαλλάσσει τις κρατικές αρχές από τις θετικές υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρου 8. Αντίθετα, δημιουργεί υποχρέωση των αρχών να λάβουν μέτρα για τη συμφιλίωση των αντικρουόμενων συμφερόντων των μερών, έχοντας πάντοτε ως πρωταρχικό κριτήριο το συμφέρον του παιδιού.
- Δεν αρκεί η τυπική παρουσία του παιδιού στον τόπο επικοινωνίας
Η συγκεκριμένη υπόθεση παρουσίαζε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πρόβλημα εκτέλεσης. Το παιδί μπορούσε να μεταφερθεί στον καθορισμένο χώρο, αλλά να αρνηθεί να φύγει με τον πατέρα. Οι δικαστικοί επιμελητές θεωρούνταν ουσιαστικά αναρμόδιοι να διερευνήσουν γιατί το παιδί αρνούνταν την επικοινωνία ή κατά πόσο η άρνηση συνδεόταν με επιρροή ενός γονέα.
Το ΕΔΔΑ δεν θεώρησε ότι αυτός ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων των επιμελητών αποτελούσε από μόνος του πρόβλημα του συστήματος. Έκρινε όμως ότι η συνολική αντιμετώπιση των εθνικών αρχών και δικαστηρίων στην υπόθεση ήταν υπερβολικά φορμαλιστική. Άλλες αρμόδιες αρχές και τα δικαστήρια μπορούσαν να εξετάσουν αυτά τα ζητήματα και να αναζητήσουν ουσιαστικές λύσεις.
- Χρειάζονταν ενεργητικά και εξειδικευμένα μέτρα
Το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι η κατάσταση απαιτούσε πιο ευαίσθητη και ενεργητική προσέγγιση από τις αρχές και τα δικαστήρια προς τον πατέρα, τη μητέρα και το παιδί. Δεν πείστηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν όλα τα διαθέσιμα μέσα για να διευκολυνθεί η διατήρηση της σχέσης πατέρα και κόρης, όπως η κατάλληλη εμπλοκή ειδικών ή κοινωνικών υπηρεσιών.
Επιπλέον, επισημαίνει ότι δεν προκύπτει πως το εθνικό δικαστήριο εξέτασε μέτρα όπως θεραπεία ή διαμεσολάβηση, εκπαίδευση των γονέων σχετικά με την επίδραση της συμπεριφοράς τους στο παιδί ή την επιβολή προστίμου στον μη συνεργάσιμο γονέα.
- Είκοσι τρεις συναντήσεις χωρίς πραγματική επικοινωνία
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της αποτυχίας του μηχανισμού ήταν ότι από τον Ιούνιο 2020 έως τον Ιανουάριο 2021 η αρμόδια αρχή οργάνωσε τουλάχιστον 23 συναντήσεις επικοινωνίας. Καμία δεν κατέληξε σε πραγματική επικοινωνία πατέρα και κόρης. Το παιδί είτε αρνούνταν να εισέλθει στον χώρο και αποχωρούσε με τη μητέρα είτε δεν μεταφερόταν καθόλου στη συνάντηση. Το σημαντικό εδώ είναι ότι η τυπική οργάνωση συνεχόμενων συναντήσεων δεν θεωρήθηκε από το ΕΔΔΑ αρκετή, αφού δεν συνοδεύθηκε από αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση των πραγματικών εμποδίων.
- Η σημασία του χρόνου στις υποθέσεις γονέα και παιδιού
Πρόκειται ίσως για το δεύτερο σημαντικότερο μήνυμα της απόφασης. Το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι στις διαδικασίες που αφορούν παιδιά ο χρόνος έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς κάθε διαδικαστική καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε de facto επίλυση της υπόθεσης μέσω της παγίωσης μιας πραγματικής κατάστασης. Στην υπόθεση αυτή, σε διάστημα τεσσάρων ετών η σχέση πατέρα και παιδιού επιδεινώθηκε σοβαρά, επιδεινώθηκε επίσης η κατάσταση του παιδιού, και η παρατεταμένη σύγκρουση είχε επιβλαβή επίδραση στην υγεία του παιδιού.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει μάλιστα ότι η ανάγκη ταχείας αντιμετώπισης είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν ο γονέας με τον οποίο ζει το παιδί προσπαθεί να το στρέψει εναντίον του γονέα που ζει χωριστά.
- Οι κυρώσεις δεν μπορούν να αποκλείονται εκ των προτέρων
Το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι τα καταναγκαστικά μέτρα απέναντι στα παιδιά δεν είναι επιθυμητά σε αυτόν τον ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα. Ωστόσο, η χρήση κυρώσεων δεν μπορεί να αποκλείεται όταν υπάρχει παράνομη συμπεριφορά του γονέα σε βάρος του οποίου εκτελείται η απόφαση. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο γονέας που παρεμπόδιζε συστηματικά την άσκηση της επικοινωνίας παρέμενε ουσιαστικά χωρίς αποτελεσματικό περιορισμό.
- Η στάση του πατέρα
Το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι ο πατέρας είχε επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια. Είχε χρησιμοποιήσει επανειλημμένα τους διαθέσιμους εσωτερικούς μηχανισμούς και συνέχιζε να καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας, ακόμη και όταν σε ορισμένες φάσεις οι προσπάθειές του είχαν καταστεί πρακτικά μάταιες.
- Η τελική κρίση του ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι λετονικές αρχές και τα δικαστήρια δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διευκολύνουν την επικοινωνία και να συμφιλιώσουν τα αντικρουόμενα συμφέροντα. Ειδικότερα, δεν έλαβαν εγκαίρως μέτρα για την άρση των πραγματικών εμποδίων στην επικοινωνία, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της παρεμπόδισης από τη μητέρα, και για τη διευκόλυνση της σχέσης του παιδιού με τον πατέρα.
Το ΕΔΔΑ έκρινε επομένως ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, επειδή το κράτος δεν διασφάλισε επαρκώς το δικαίωμα του προσφεύγοντος στον σεβασμό της οικογενειακής του ζωής ως προς την επικοινωνία με την κόρη του.
Ακολουθεί η απόφαση στο σύνδεσμο: