- Βασικά στοιχεία
Υπόθεση: A.S. και M.S. κατά Ιταλίας
Αριθμός προσφυγής: 48618/22
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Πρώτο Τμήμα
Ημερομηνία απόφασης: 19 Οκτωβρίου 2023
Κατέστη οριστική: 19 Ιανουαρίου 2024
Κρίσιμη διάταξη: άρθρο 8 ΕΣΔΑ
Αποτέλεσμα: ομόφωνη διαπίστωση παραβίασης τόσο της οικογενειακής ζωής πατέρα και παιδιού όσο και της ιδιωτικής ζωής του παιδιού.
- Αντικείμενο της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορούσε έναν πατέρα, τον A.S., και τον ανήλικο γιο του M.S. Ο πατέρας προσέφυγε τόσο για τον εαυτό του όσο και για λογαριασμό του παιδιού. Το βασικό παράπονο ήταν ότι οι ιταλικές αρχές δεν έλαβαν με την απαιτούμενη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα τα μέτρα που μπορούσαν εύλογα να απαιτηθούν:
- για να διατηρηθεί και να αποκατασταθεί η σχέση πατέρα και παιδιού και να καταστεί πραγματικά εφικτή η άσκηση της επικοινωνίας,
- για να προστατευθεί η ψυχολογική ακεραιότητα του παιδιού από τις επιπτώσεις της εξαιρετικά συγκρουσιακής σχέσης μεταξύ των γονέων και από την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί γύρω του.
- Το ιστορικό της οικογενειακής διαφοράς
Το παιδί γεννήθηκε το 2008. Το 2012 η μητέρα εγκατέλειψε την οικογενειακή κατοικία μαζί του και το 2013 ξεκίνησε η διαδικασία χωρισμού. Ήδη από ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη του 2015 είχε διαπιστωθεί η εξαιρετικά συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των γονέων. Το 2016 το δικαστήριο ανέθεσε την επιμέλεια και στους δύο γονείς, όρισε ως τόπο διαμονής του παιδιού την κατοικία της μητέρας και αναγνώρισε στον πατέρα ευρύ δικαίωμα επικοινωνίας, ενώ παράλληλα προβλέφθηκαν μέτρα γονεϊκής υποστήριξης. Στα επόμενα χρόνια, όμως, οι κοινωνικές υπηρεσίες, η ειδική επίτροπος και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας κατέγραφαν σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση του παιδιού και σημαντικές δυσκολίες στη σχέση του με τον πατέρα.
- Η σταδιακή διακοπή της σχέσης με τον πατέρα
Το παιδί άρχισε να εκδηλώνει έντονη αντίθεση στις συναντήσεις με τον πατέρα του. Η πρώτη προστατευμένη συνάντηση τον Δεκέμβριο του 2018 διακόπηκε μόλις δέκα λεπτά μετά την έναρξή της, με το παιδί να βγαίνει από τη συνάντηση έντονα αναστατωμένο. Οι κοινωνικές υπηρεσίες διαπίστωσαν ότι ο ανήλικος βρισκόταν σε κατάσταση βαθιάς δυσφορίας εξαιτίας της συνεχιζόμενης γονεϊκής σύγκρουσης και ότι το παιδί βρισκόταν διαρκώς στη θέση να επιλέγει μεταξύ των δύο γονέων. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι σε σειρά εκθέσεων γινόταν αναφορά σε επιρροή που ασκούσε η μητέρα στο παιδί και σε σοβαρή ανησυχία για την ψυχική του κατάσταση.
- Η κρίσιμη θέση του ΕΔΔΑ για την ψυχολογική χειραγώγηση
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η καταχρηστική άσκηση της γονικής εξουσίας, όταν ένας γονέας υποβάλλει ένα παιδί σε ψυχική χειραγώγηση και το απομακρύνει από τον άλλο γονέα, με τον οποίο βρίσκεται σε εξαιρετικά συγκρουσιακή σχέση, μπορεί να συνιστά ψυχολογική βία κατά του παιδιού και να εμπίπτει στην προστασία της «ιδιωτικής ζωής» του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Το Δικαστήριο συνέδεσε συνεπώς την υπόθεση όχι μόνο με τα δικαιώματα του γονέα, αλλά και με την ψυχολογική ακεραιότητα του ίδιου του παιδιού. Αυτό αποτελεί ισχυρή παιδοκεντρική διάσταση της απόφασης.
- Η άποψη του παιδιού δεν αποτελεί απόλυτο «βέτο»
Εξίσου σημαντική είναι η θέση του Δικαστηρίου σχετικά με την άρνηση ενός παιδιού να συναντήσει τον άλλο γονέα. Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η γνώμη του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη. Ωστόσο τόνισε ότι η άποψη του παιδιού δεν είναι αναγκαστικά αμετάβλητη και οι αντιρρήσεις του δεν αρκούν πάντοτε ώστε να υπερισχύσουν άλλων παραγόντων. Το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τη γνώμη του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως ανεπιφύλακτο δικαίωμα βέτο, χωρίς εξέταση των υπόλοιπων περιστάσεων και του πραγματικού συμφέροντός του.
Το Δικαστήριο προσθέτει μάλιστα ότι ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν το παιδί ενδέχεται να μην είναι σε θέση να διαμορφώσει και να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή του, για παράδειγμα εξαιτίας σύγκρουσης πίστης.
- Οι καθυστερήσεις των αρχών
Το ΕΔΔΑ εξέτασε αναλυτικά τις καθυστερήσεις των ιταλικών αρχών. Παρά τις πληροφορίες ότι το παιδί βρισκόταν σε κατάσταση βαθιάς ψυχολογικής δυσφορίας και ότι ήταν αναγκαία επείγουσα παρέμβαση, η πρώτη σχετική απόφαση χρειάστηκε περίπου τρεις μήνες για να ληφθεί. Ακόμη σοβαρότερο ήταν το πρόβλημα της εκτέλεσης της απόφασης για τοποθέτηση του παιδιού σε δομή. Η απόφαση εκδόθηκε στις 29 Ιουλίου 2019, αλλά εκτελέστηκε μόλις στις 6 Δεκεμβρίου 2019, δηλαδή περισσότερο από τέσσερις μήνες αργότερα. Στο μεσοδιάστημα ο πατέρας δεν μπορούσε να ασκήσει την επικοινωνία του.
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε την ιδιαίτερα σημαντική αρχή ότι η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ χωρισμένων γονέων δεν απαλλάσσει τις κρατικές αρχές από τις θετικές υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρου 8.
- Καθυστέρηση της ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης
Ο πατέρας είχε ζητήσει ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη ήδη από τις 28 Ιανουαρίου 2019. Ανάλογη αναγκαιότητα επισημάνθηκε στη συνέχεια από κοινωνικές υπηρεσίες, ψυχολόγο, παιδαγωγό και την ειδική επίτροπο. Παρά ταύτα, το δικαστήριο διέταξε την πραγματογνωμοσύνη μόλις στις 24 Μαρτίου 2021. Το ΕΔΔΑ χαρακτήρισε προβληματικό το γεγονός ότι χρειάστηκαν δύο χρόνια για να διαταχθεί η πραγματογνωμοσύνη, ιδίως σε μία υπόθεση στην οποία υπήρχαν αναφορές ότι το παιδί επηρεαζόταν από τη μητέρα.
- Το κράτος οφείλει να δρα γρήγορα στις οικογενειακές υποθέσεις
Η απόφαση επαναφέρει μια βασική αρχή της νομολογίας του ΕΔΔΑ – στις υποθέσεις σχέσεων γονέα και παιδιού, η καταλληλότητα ενός μέτρου κρίνεται και από την ταχύτητα εφαρμογής του. Ο χρόνος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή η παρατεταμένη διακοπή ή ο περιορισμός της επαφής μπορεί να επηρεάσει την ίδια τη σχέση παιδιού-γονέα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο περιορισμός των επαφών πατέρα και παιδιού για σχεδόν έξι χρόνια είχε επίπτωση στην οικογενειακή τους ζωή.
- Τι καταλόγισε τελικά το ΕΔΔΑ στις αρχές
Η συνολική κρίση του Δικαστηρίου ήταν ότι τα εθνικά δικαστήρια, αντί να λάβουν εγκαίρως μέτρα ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την πλήρη άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα, ανέχθηκαν μέσω των καθυστερήσεων και των παραλείψεών τους μια κατάσταση στην οποία η συμπεριφορά της μητέρας εμπόδιζε την εγκαθίδρυση πραγματικής σχέσης πατέρα και παιδιού. Παράλληλα, οι ίδιες καθυστερήσεις είχαν αρνητικές συνέπειες στην ιδιωτική ζωή του παιδιού, επειδή τα επίμαχα μέτρα αποσκοπούσαν επίσης στην προστασία της ψυχολογικής του ακεραιότητας.
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι επί σειρά ετών οι αρχές δεν έλαβαν με την απαιτούμενη ταχύτητα τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση του δεσμού πατέρα και παιδιού, για την απομάκρυνση του παιδιού από περιβάλλον που αποτελούσε πηγή σοβαρής ψυχολογικής επιβάρυνσης, για λεπτομερή και προσεκτικά σταθμισμένη αξιολόγηση της συνολικής κατάστασης και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, ενώ παράλληλα ανέχθηκαν την αντίθεση της μητέρας στην εφαρμογή των μέτρων.
- Η απόφαση του ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 8 ως προς την οικογενειακή ζωή πατέρα και παιδιού, επιπλέον παραβίαση του άρθρου 8 ως προς την ιδιωτική ζωή του παιδιού. Επιδικάστηκαν 5.000 ευρώ στον πατέρα για ηθική βλάβη, 12.000 ευρώ στο παιδί για ηθική βλάβη, 9.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες ενώπιον του ΕΔΔΑ.
Συμπερασματικά:
- Η διατήρηση πραγματικής σχέσης παιδιού και γονέα απαιτεί αποτελεσματική κρατική προστασία. – Δεν αρκεί η τυπική έκδοση αποφάσεων. Οι αρχές πρέπει να ενεργούν με την ταχύτητα που επιβάλλει η φύση των οικογενειακών διαφορών.
- Η άρνηση του παιδιού να επικοινωνήσει με έναν γονέα δεν αποτελεί αυτομάτως βέτο. – Πρέπει να διερευνώνται οι συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η άποψή του και το πραγματικό βέλτιστο συμφέρον του.
- Η ψυχική χειραγώγηση που απομακρύνει το παιδί από τον άλλο γονέα μπορεί να αποτελέσει ψυχολογική βία σε βάρος του ίδιου του παιδιού. – Αυτό υπάγεται στην προστασία της ιδιωτικής ζωής του παιδιού κατά το άρθρο 8.
- Η γονεϊκή σύγκρουση δεν αποτελεί δικαιολογία για κρατική αδράνεια. – Αντίθετα, απαιτεί ενεργό στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων, με πρωτεύον κριτήριο το συμφέρον του παιδιού.