Στην υπόθεση Giannakopoulos κατά Ελλάδας, το ΕΔΔΑ εξέτασε την περίπτωση πατέρα του οποίου τα δύο παιδιά μετακινήθηκαν από την Ελλάδα στη Γερμανία με τη μητέρα τους, γεγονός που δυσχέρανε ουσιωδώς την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η απόρριψη της αίτησής του για επιμέλεια από τα ελληνικά δικαστήρια λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας συνιστούσε επέμβαση στην οικογενειακή του ζωή. Έκρινε όμως ότι τα ελληνικά δικαστήρια είχαν εξετάσει διεξοδικά τη συνήθη διαμονή, την ένταξη των παιδιών στη Γερμανία, τις σχετικές ευρωπαϊκές διατάξεις και το βέλτιστο συμφέρον τους. Κατέληξε, συνεπώς, ότι η επέμβαση ήταν αναλογική και ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
- Βασικά στοιχεία
Υπόθεση: Giannakopoulos v. Greece
Αριθμός προσφυγής: 20503/20
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Τρίτο Τμήμα
Ημερομηνία απόφασης: 3 Δεκεμβρίου 2024
Κατέστη οριστική: 28 Απριλίου 2025
Διάταξη: Άρθρο 8 ΕΣΔΑ, δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής
Αποτέλεσμα: Μη παραβίαση του άρθρου 8, ομόφωνα.
- Το ιστορικό
Ο προσφεύγων ήταν Έλληνας πατέρας δύο παιδιών, γεννημένων το 2010 και το 2012. Η μητέρα ήταν Γερμανίδα και η οικογένεια ζούσε στην Ελλάδα. Μετά τον χωρισμό των γονέων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την απόφαση 590/2013, ανέθεσε την επιμέλεια στη μητέρα και καθόρισε πρόγραμμα επικοινωνίας του πατέρα με τα παιδιά.
Κατά τη συγκεκριμένη διαδικασία η μητέρα είχε δηλώσει ότι επρόκειτο να παραμείνει στη Ρόδο και ότι δεν σκόπευε να μετακομίσει στη Γερμανία. Ωστόσο, στις 11 Δεκεμβρίου 2013 αναχώρησε με τα παιδιά για τη Γερμανία, δηλώνοντας ότι επρόκειτο για επίσκεψη στους γονείς της κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και ότι θα επέστρεφε στις 13 Ιανουαρίου 2014. Δεν επέστρεψε και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα με τα παιδιά. Το γεγονός αυτό είχε ουσιαστική επίπτωση στην επικοινωνία πατέρα και παιδιών.
- Η μεταγενέστερη ανάθεση της επιμέλειας στον πατέρα
Ο πατέρας προσέφυγε εκ νέου στα ελληνικά δικαστήρια. Με την απόφαση 26/2015 της 14ης Ιανουαρίου 2015, του ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των παιδιών. Το ελληνικό δικαστήριο έκρινε ότι είχε επέλθει ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών, καθώς η μητέρα είχε μετακινηθεί στη Γερμανία με τα παιδιά παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις της και είχε παρεμποδιστεί η επικοινωνία του πατέρα με τα παιδιά σύμφωνα με το καθορισμένο πρόγραμμα. Ο πατέρας εξασφάλισε επίσης πιστοποιητικά εκτελεστότητας σύμφωνα με τον Κανονισμό Brussels II bis.
- Το βασικό πρόβλημα: ποια χώρα είχε δικαιοδοσία;
Τον Ιανουάριο του 2015 ο πατέρας ζήτησε από τα ελληνικά δικαστήρια να του αναθέσουν αποκλειστικά την επιμέλεια. Το κρίσιμο ζήτημα όμως εξελίχθηκε πλέον από ζήτημα καθαυτό επιμέλειας σε ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας: Ήταν αρμόδια τα ελληνικά ή τα γερμανικά δικαστήρια να αποφασίσουν για την επιμέλεια;
Τα ελληνικά δικαστήρια έκριναν τελικά ότι τα παιδιά είχαν αποκτήσει συνήθη διαμονή στη Γερμανία και συνεπώς αρμόδια ήταν τα γερμανικά δικαστήρια. Η θέση αυτή επικυρώθηκε τελικά από τον Άρειο Πάγο με την απόφαση 927/2019.
- Γιατί θεωρήθηκε ότι η συνήθης διαμονή ήταν στη Γερμανία;
Τα ελληνικά δικαστήρια δεν στηρίχθηκαν απλώς στο χρονικό διάστημα παραμονής των παιδιών στη Γερμανία. Εξέτασαν συνολικά τη σύνδεσή τους με το νέο περιβάλλον. Μεταξύ άλλων, συνεκτιμήθηκε ότι η μητέρα είχε δηλώσει τη Γερμανία ως τόπο κατοικίας, είχε αρχίσει να εργάζεται εκεί, τα παιδιά φοιτούσαν σε νηπιαγωγείο, είχαν προσαρμοστεί στο σχολικό περιβάλλον, είχαν δημιουργήσει κοινωνικές σχέσεις, είχαν σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια της μητέρας, είχαν γερμανική υπηκοότητα, γνώριζαν τη γερμανική γλώσσα, και γενικότερα είχαν ενταχθεί στο νέο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι τα εθνικά δικαστήρια προέβησαν σε ουσιαστική και λεπτομερή αξιολόγηση των παραγόντων αυτών.
Η «συνήθης διαμονή» δεν ταυτίζεται απλώς με τον τόπο στον οποίο βρίσκεται ένα παιδί. Το ΕΔΔΑ, παραπέμποντας και στη νομολογία του ΔΕΕ, επισημαίνει ουσιαστικά ότι πρέπει να αναζητείται το μέρος που αποτελεί στην πράξη το κέντρο της ζωής του παιδιού, βάσει του βαθμού κοινωνικής και οικογενειακής ένταξής του.
- Η κρίσιμη θέση του πατέρα για την επικοινωνία
Ο πατέρας υποστήριξε ότι η μετακίνηση των παιδιών παραβίαζε το δικαίωμα επικοινωνίας του, όπως αυτό είχε καθοριστεί από την ελληνική δικαστική απόφαση. Το ίδιο το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η μετακίνηση μητέρας και παιδιών από την Ελλάδα στη Γερμανία αναμφίβολα δυσχέρανε την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα, καθιστώντας το προβλεπόμενο πρόγραμμα επικοινωνίας πρακτικά ανεφάρμοστο.
- Γιατί όμως η μετακίνηση δεν χαρακτηρίστηκε «παράνομη»;
Το ΕΔΔΑ δέχθηκε τη συλλογιστική των ελληνικών δικαστηρίων ότι, κατά τον χρόνο της μετακίνησης, η μητέρα είχε αποκλειστική επιμέλεια βάσει της απόφασης 590/2013. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο που ίσχυε τότε και το άρθρο 2 § 9 του Brussels II bis, στην έννοια της επιμέλειας περιλαμβανόταν και το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η μετακίνηση δυσχέρανε την επικοινωνία του πατέρα, το ΕΔΔΑ δεν διαφώνησε με την κρίση των ελληνικών δικαστηρίων ότι η μετακίνηση δεν ήταν παράνομη κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε.
Αυτή είναι μια ουσιώδης διάκριση: άλλο η παρεμπόδιση της επικοινωνίας με τον άλλο γονέα και άλλο η “wrongful removal or retention” κατά την έννοια του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου.
- Τι συνέβη με την απόφαση 26/2015 που έδωσε την επιμέλεια στον πατέρα;
Ο πατέρας υποστήριξε ότι η μεταγενέστερη απόφαση 26/2015, η οποία του ανέθεσε την επιμέλεια, έπρεπε να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί στη Γερμανία. Το ΕΔΔΑ όμως συμφώνησε με τα ελληνικά δικαστήρια ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν απευθείας εκτελεστή βάσει του άρθρου 42 Brussels II bis. Ο λόγος ήταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποτελούσε απόφαση επιστροφής παιδιού του άρθρου 11 § 8, αλλά απόφαση σχετικά με την επιμέλεια, και είχε εκδοθεί πριν από την απόφαση των γερμανικών δικαστηρίων επί της επιστροφής των παιδιών. Μάλιστα το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι φαίνεται πως είχε εκδοθεί πιστοποιητικό του άρθρου 42 για την απόφαση 26/2015 παρότι οι προϋποθέσεις πιστοποίησης δεν πληρούνταν.
- Τι είχε συμβεί παράλληλα στη Γερμανία;
Ο πατέρας είχε ενεργοποιήσει και τη διαδικασία της Σύμβασης της Χάγης του 1980. Αρχικά, στις 24 Ιουνίου 2015, το αρμόδιο δικαστήριο του Düsseldorf διέταξε την επιστροφή των παιδιών στην Ελλάδα. Όμως, μετά από έφεση της μητέρας, στις 27 Νοεμβρίου 2015, το Εφετείο του Düsseldorf ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και αποφάσισε ότι τα παιδιά έπρεπε να παραμείνουν στη Γερμανία. Έλαβε υπόψη ότι το αίτημα επιστροφής είχε υποβληθεί μετά την παρέλευση ενός έτους από τη μετακίνηση και ότι τα παιδιά είχαν ήδη εγκατασταθεί στο νέο τους περιβάλλον. Αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου 2021, δικαστήριο του Geldern ανέθεσε τη γονική ευθύνη στη μητέρα. Το έγγραφο αναφέρει ότι ο πατέρας άσκησε έφεση, αλλά δεν παρέχει πληροφορίες για την έκβασή της.
- Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ
Ο πατέρας προσέφυγε στο ΕΔΔΑ υποστηρίζοντας ότι η απόρριψη της αίτησής του από τα ελληνικά δικαστήρια λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας παραβίασε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε καταρχάς μια θεμελιώδη αρχή της νομολογίας του. Η αμοιβαία απόλαυση της συντροφιάς γονέα και παιδιού αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής. Ως εκ τούτου, οι διαδικασίες σχετικά με την επιμέλεια εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8.
- Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι υπήρξε επέμβαση στην οικογενειακή ζωή
Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη ότι επρόκειτο απλώς για ένα τεχνικό ζήτημα δικαιοδοσίας χωρίς συνέπειες για την οικογενειακή ζωή. Έκρινε ότι υπήρξε επέμβαση στο δικαίωμα του πατέρα για σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, επειδή η κρίση των ελληνικών δικαστηρίων ως προς τη συνήθη διαμονή των παιδιών είχε άμεσο αντίκτυπο στην οικογενειακή του ζωή. Ωστόσο, η διαπίστωση «επέμβασης» δεν σημαίνει αυτομάτως και «παραβίαση». Το επόμενο ερώτημα ήταν αν αυτή η επέμβαση ήταν δικαιολογημένη και αναλογική.
- Ο κεντρικός ρόλος του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι στις υποθέσεις επιμέλειας και επικοινωνίας το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού έχει καθοριστική σημασία. Οι εθνικές αρχές οφείλουν να σταθμίζουν δίκαια τα συμφέροντα των παιδιών, τα συμφέροντα των γονέων, την πραγματική οικογενειακή κατάσταση, και τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ιδιαίτερο βάρος πρέπει να αποδίδεται στα συμφέροντα του παιδιού.
Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης σε θέματα επιμέλειας, ενώ απαιτείται αυστηρότερος έλεγχος όταν τίθενται περαιτέρω περιορισμοί στα δικαιώματα επικοινωνίας γονέα και παιδιού.
- Η τελική κρίση του ΕΔΔΑ
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι τα ελληνικά δικαστήρια εξέτασαν τα επιχειρήματα του πατέρα, αξιολόγησαν τους παράγοντες που καθόριζαν τη συνήθη διαμονή των παιδιών, έλαβαν υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ, εξέτασαν τη νομιμότητα της μετακίνησης, εξέτασαν την απόφαση 26/2015, εξέτασαν το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, και έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο βέλτιστο συμφέρον των παιδιών.
Το ΕΔΔΑ δεν θεώρησε τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων αυθαίρετες ή προδήλως παράλογες και έκρινε ότι η επέμβαση στην οικογενειακή ζωή του πατέρα ήταν αναλογική προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό. Δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Συμπερασματικά:
- Η σχέση γονέα και παιδιού προστατεύεται από το άρθρο 8 – Το ΕΔΔΑ επιβεβαιώνει ότι η από κοινού απόλαυση της σχέσης και της συντροφιάς γονέα και παιδιού αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής.
- Η πραγματική άσκηση της επικοινωνίας έχει σημασία – Το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά ότι η μετακίνηση στη Γερμανία δυσχέρανε την αποτελεσματική άσκηση της επικοινωνίας και κατέστησε πρακτικά ανεφάρμοστο το υφιστάμενο πρόγραμμα.
- Αυτό όμως δεν αρκεί από μόνο του για να καταστήσει διεθνώς «παράνομη» τη μετακίνηση
Στο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, κρίσιμο ήταν ότι η μητέρα κατά τον χρόνο της αναχώρησης είχε την αποκλειστική επιμέλεια και, κατά το εφαρμοστέο τότε δίκαιο, το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής των παιδιών. Mια μονομερής μετακίνηση μπορεί στην πράξη να αποδιοργανώσει σοβαρά τη σχέση και την επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι συνιστά «wrongful removal» σύμφωνα με το συγκεκριμένο εφαρμοστέο διεθνές/ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο.
Ακολουθεί η απόφαση στο σύνδεσμο: