Στην υπόθεση Συγγελίδης κατά Ελλάδας (2010), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε υπόθεση που είχε ως αφετηρία τη μη τήρηση δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία πατέρα με το παιδί του. Η άρνηση της Βουλής να άρει τη βουλευτική ασυλία της μητέρας εμπόδισε την εξέλιξη της συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επίδικη συμπεριφορά δεν είχε καμία σύνδεση με την άσκηση κοινοβουλευτικών καθηκόντων και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, επισημαίνοντας την ανάγκη ουσιαστικής και αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
- Βασικά στοιχεία
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Πρώτο Τμήμα
Υπόθεση: Syngelidis v. Greece
Αριθμός προσφυγής: 24895/07
Ημερομηνία απόφασης: 11 Φεβρουαρίου 2010
Κατέστη οριστική: 28 Ιουνίου 2010
Κρίσιμο άρθρο: άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο
Αποτέλεσμα: διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 με ψήφους 6 προς 1. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία χωριστή εξέταση του άρθρου 14.
- Ιστορικό της οικογενειακής διαφοράς
Ο προσφεύγων είχε αποκτήσει το 2004 έναν γιο. Μετά τη διάλυση του γάμου, οι γονείς είχαν συμφωνήσει στις 14 Δεκεμβρίου 2004 σχετικά με την επιμέλεια και την επικοινωνία με το παιδί. Η συμφωνία επικυρώθηκε με την απόφαση 528/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η επιμέλεια ανατέθηκε στη μητέρα και το παιδί θα διέμενε μαζί της. Ο πατέρας είχε δικαίωμα επικοινωνίας, με την απόφαση να προβλέπει συγκεκριμένα ελάχιστα χρονικά διαστήματα. Μεταξύ άλλων, είχε δικαίωμα να βλέπει τον γιο του καθημερινά από τις 17:00 έως τις 20:00. Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ, σε αρκετές περιπτώσεις ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με το παιδί σύμφωνα με τους όρους της δικαστικής απόφασης.
- Η προσφυγή στην ελληνική Δικαιοσύνη
Στις 20 Οκτωβρίου 2005 ο προσφεύγων υπέβαλε έγκληση βάσει του άρθρου 232Α του Ποινικού Κώδικα για μη συμμόρφωση με την απόφαση 528/2005. Παράλληλα, δήλωσε παράσταση ως πολιτικώς ενάγων ζητώντας το συμβολικό ποσό των 10 ευρώ για την ηθική βλάβη που υποστήριζε ότι υπέστη από την παραβίαση της δικαστικής απόφασης.
Υπήρχε όμως ένα κρίσιμο ζήτημα: η πρώην σύζυγός του ήταν βουλευτής. Ως αποτέλεσμα, ενεργοποιήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 62 του Συντάγματος διαδικασία για την άρση της βουλευτικής ασυλίας.
- Η άρνηση της Βουλής
Η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής γνωμοδότησε στις 28 Νοεμβρίου 2006 υπέρ της μη άρσης της ασυλίας. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006 η Ολομέλεια της Βουλής απέρριψε το αίτημα με 107 ψήφους έναντι 68, έπειτα από μυστική ψηφοφορία. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, όπως καταγράφει το ΕΔΔΑ, δεν δόθηκε αιτιολογία για την απόφαση αυτή.
- Νέα δικαστική ρύθμιση της επικοινωνίας
Στο μεταξύ, στις 20 Δεκεμβρίου 2005 το Πρωτοδικείο Αθηνών είχε τροποποιήσει τις σχετικές ρυθμίσεις με την απόφαση 9599/2005, προβλέποντας χρηματική ποινή 1.000 ευρώ σε περίπτωση παραβίασής τους. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι εξακολούθησε να υπάρχει μη συμμόρφωση και υπέβαλε δύο ακόμη εγκλήσεις τον Μάρτιο του 2007.
- Το βασικό νομικό ερώτημα
Το κεντρικό ερώτημα ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν εάν η άρνηση της Βουλής να άρει την ασυλία είχε περιορίσει κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ το δικαίωμα του προσφεύγοντος να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο. Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχαν και άλλες δυνατότητες δικαστικής προστασίας μέσω των πολιτικών δικαστηρίων.
Το ΕΔΔΑ όμως δεν αποδέχθηκε αυτή την προσέγγιση ως απάντηση στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εφόσον η εσωτερική έννομη τάξη παρέχει σε κάποιον συγκεκριμένο ένδικο δρόμο, όπως ποινική διαδικασία στην οποία μπορεί να συμμετάσχει ως πολιτικώς ενάγων, το κράτος οφείλει να διασφαλίζει ότι κατά τη χρήση του απολαμβάνει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του άρθρου 6.
- Η κρίσιμη θέση του ΕΔΔΑ για τη βουλευτική ασυλία
Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η βουλευτική ασυλία επιδιώκει θεμιτούς σκοπούς και δεν αποτελεί από μόνη της δυσανάλογο περιορισμό της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Όταν όμως η ασυλία εμποδίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η άρση της ασυλίας συνδέονται με την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων υπό στενή έννοια. Όταν δεν υπάρχει σαφής σύνδεση, απαιτείται αυστηρότερη εξέταση της αναλογικότητας.
Στην υπόθεση Συγγελίδη, το ΕΔΔΑ ήταν σαφές. Δεν υπήρχε νοητή σύνδεση ανάμεσα στην καταγγελλόμενη συμπεριφορά της πρώην συζύγου σχετικά με την εφαρμογή της δικαστικά καθορισμένης επικοινωνίας με το παιδί και στα κοινοβουλευτικά της καθήκοντα. Το ίδιο το Δικαστήριο χαρακτήρισε ουσιαστικά τη διαφορά ως προσωπική διαφορά μεταξύ πρώην συζύγων σχετικά με τη ρύθμιση της επικοινωνίας τους με το παιδί τους.
- Η έλλειψη αιτιολογίας
Το ΕΔΔΑ έδωσε επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα στην έλλειψη συγκεκριμένης αιτιολογίας. Η αρμόδια Επιτροπή είχε αναφερθεί γενικά στο άρθρο 83 § 3 του Κανονισμού της Βουλής, χωρίς να προσδιορίσει εάν η υπόθεση συνδεόταν με την πολιτική δραστηριότητα της βουλευτή, εάν θεωρούσε ότι η δίωξη είχε πολιτικά κίνητρα, ή εάν στόχευε στην υπονόμευση του κύρους ή της λειτουργίας της Βουλής. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να γνωρίζει συγκεκριμένα με ποια βάση και με ποια κριτήρια είχε απορριφθεί η άρση της ασυλίας.
- Η ανισορροπία μεταξύ των δύο γονέων
Ένα ακόμη ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο είναι ότι το ΕΔΔΑ απέδωσε σημασία στην ανισορροπία που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών. Η πρώην σύζυγος είχε τη δυνατότητα να κινήσει ποινική διαδικασία εναντίον του προσφεύγοντος, η οποία τελικά απορρίφθηκε τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και κατ’ έφεση. Αντίθετα, λόγω της στάσης της Βουλής, εκείνη παρέμενε εκτός εμβέλειας της ποινικής διαδικασίας ως προς τις εγκλήσεις που υπέβαλλε ο προσφεύγων.
- Η τελική κρίση
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν είχε επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσφεύγοντος. Κατά συνέπεια διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, δηλαδή του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει χωριστά την καταγγελία υπό το άρθρο 14 περί απαγόρευσης των διακρίσεων.
- Αποζημίωση
Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 12.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 7.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.
Συμπερασματικά:
Η απόφαση δεν αναγνωρίζει κάποιο αυτοτελές δικαίωμα συνεπιμέλειας ούτε κρίνει ότι η Ελλάδα παραβίασε την ΕΣΔΑ επειδή δεν εξασφάλισε την επικοινωνία πατέρα και παιδιού. Το αντικείμενο της διαπιστωμένης παραβίασης ήταν ειδικότερο: ο αποκλεισμός του προσφεύγοντος από συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία λόγω της βουλευτικής ασυλίας, παρά την έλλειψη σύνδεσης της επίδικης συμπεριφοράς με τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα.
Είναι, όμως, ιδιαίτερα χρήσιμη ως απόφαση για την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας σε οικογενειακές διαφορές. Η αφετηρία της υπόθεσης ήταν η καταγγελλόμενη μη συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση που ρύθμιζε την επικοινωνία γονέα και παιδιού, ενώ το ΕΔΔΑ τόνισε ότι τα δικαιώματα της Σύμβασης πρέπει να είναι πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά ή απατηλά.
Ακολουθεί η απόφαση στο σύνδεσμο: