Η X κατά Λετονίας καθιερώνει ότι, ακόμη και σε επείγουσες διαδικασίες επιστροφής παιδιού βάσει της Σύμβασης της Χάγης, το δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργεί αυτοματοποιημένα. Όταν προβάλλεται τεκμηριωμένος ισχυρισμός σοβαρού κινδύνου για το παιδί, οφείλει να τον εξετάσει ουσιαστικά και να δώσει ειδική και επαρκή αιτιολογία, με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ως πρωταρχική παράμετρο.
H απόφαση μπορεί να αξιοποιηθεί όχι τόσο ως απόφαση «υπέρ της μητέρας» ή «κατά της επιστροφής», αλλά ως νομολογία υπέρ της εξατομικευμένης, τεκμηριωμένης και παιδοκεντρικής δικαστικής κρίσης.
- Βασικά στοιχεία
Υπόθεση: X v. Latvia
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ευρεία Σύνθεση
Αριθμός προσφυγής: 27853/09
Απόφαση: 26 Νοεμβρίου 2013
Αντικείμενο: επιστροφή παιδιού στην Αυστραλία κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης της Χάγης του 1980
Κρίσιμη διάταξη: άρθρο 8 ΕΣΔΑ, δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής.
Αποτέλεσμα: παραβίαση του άρθρου 8, με οριακή πλειοψηφία 9 προς 8.
- Ιστορικό της υπόθεσης
Η προσφεύγουσα, Λετονή υπήκοος που είχε αποκτήσει και αυστραλιανή ιθαγένεια, ζούσε στην Αυστραλία. Το 2005 απέκτησε μία κόρη, την E. Τον Ιούλιο του 2008 έφυγε από την Αυστραλία μαζί με το παιδί, ηλικίας τότε τριών ετών και πέντε μηνών, και εγκαταστάθηκε στη Λετονία. Ο T. προσέφυγε στην Αυστραλία ζητώντας την αναγνώριση των γονικών του δικαιωμάτων. Τον Νοέμβριο του 2008 το αυστραλιανό Family Court αναγνώρισε την πατρότητά του και έκρινε ότι οι δύο γονείς είχαν κοινή γονική ευθύνη από τη γέννηση του παιδιού. Στη συνέχεια κινήθηκε στη Λετονία η διαδικασία επιστροφής του παιδιού βάσει της Σύμβασης της Χάγης.
- Η απόφαση των λετονικών δικαστηρίων
Το πρωτοβάθμιο λετονικό δικαστήριο διέταξε την άμεση επιστροφή του παιδιού στην Αυστραλία. Η μητέρα άσκησε έφεση και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, έκθεση ψυχολόγου, σύμφωνα με την οποία, λόγω της ηλικίας και του στενού δεσμού του παιδιού με τη μητέρα, η άμεση απομάκρυνσή του από εκείνη μπορούσε να του προκαλέσει ψυχολογικό τραύμα. Το εφετείο επικύρωσε την επιστροφή. Θεώρησε ουσιαστικά ότι η ψυχολογική έκθεση αφορούσε ζητήματα επιμέλειας και όχι το αντικείμενο της διαδικασίας επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης. Αυτό αποτέλεσε το κρίσιμο σημείο της υπόθεσης ενώπιον του ΕΔΔΑ.
- Τι έκρινε το ΕΔΔΑ
Το ΕΔΔΑ ξεκινά από μία πολύ σημαντική αρχή: η επιστροφή παιδιού βάσει της Σύμβασης της Χάγης δεν μπορεί να διατάσσεται αυτόματα ή μηχανιστικά. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο δεν είπε ότι κάθε υπόθεση επιστροφής πρέπει να μετατρέπεται σε πλήρη δίκη επιμέλειας.
Αντίθετα, έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στη διαδικασία επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης και στη διαδικασία επί της ουσίας για επιμέλεια ή γονική μέριμνα. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δογματικό σημείο της απόφασης.
- Το συμφέρον του παιδιού
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία διεθνής συναίνεση πως, σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική παράμετρο. Υπογράμμισε επίσης ότι το συμφέρον του παιδιού δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη ούτε με το συμφέρον του πατέρα ούτε με το συμφέρον της μητέρας. Στις διαδικασίες επιστροφής, όμως, το συμφέρον αυτό πρέπει να αξιολογείται στο πλαίσιο των συγκεκριμένων εξαιρέσεων που προβλέπει η Σύμβαση της Χάγης, ιδιαίτερα των άρθρων 12, 13 και 20.
- Η θεμελιώδης αρχή που θέτει η απόφαση
Η Ευρεία Σύνθεση διατύπωσε δύο ουσιαστικές απαιτήσεις:
(α) Όταν ένας διάδικος προβάλλει περιστάσεις που μπορούν να θεμελιώσουν εξαίρεση από την άμεση επιστροφή του παιδιού βάσει των άρθρων 12, 13 ή 20 της Σύμβασης της Χάγης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να τις λάβει πραγματικά υπόψη.
(β) Η απόφαση πρέπει να περιέχει επαρκή και συγκεκριμένη αιτιολογία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εξετάστηκαν πραγματικά.
Επομένως, ταχεία διαδικασία δεν σημαίνει επιφανειακή διαδικασία. Το ΕΔΔΑ το επιβεβαιώνει ρητά, κρίνοντας ότι η υποχρέωση ταχείας εκδίκασης βάσει του άρθρου 11 της Σύμβασης της Χάγης δεν απαλλάσσει τα εθνικά δικαστήρια από την υποχρέωση ουσιαστικής εξέτασης ενός ισχυρισμού περί σοβαρού κινδύνου του άρθρου 13(β).
- Ο «σοβαρός κίνδυνος» του άρθρου 13(β)
Το ΕΔΔΑ σημειώνει ότι εκείνος που αντιτίθεται στην επιστροφή έχει αρχικά το βάρος να προσκομίσει επαρκή στοιχεία για την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου. Ο κίνδυνος μπορεί να αφορά σωματική βλάβη, ψυχολογική βλάβη, ή έκθεση του παιδιού σε αφόρητη κατάσταση. Δεν αρκούν, όμως, οι συνήθεις δυσκολίες που συνεπάγεται μία επιστροφή. Πρέπει να πρόκειται για καταστάσεις που υπερβαίνουν όσα μπορεί ευλόγως να αντέξει ένα παιδί.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μητέρα είχε προσκομίσει έκθεση επαγγελματία ψυχολόγου που έκανε λόγο για κίνδυνο ψυχικού τραύματος σε περίπτωση άμεσου αποχωρισμού από τη μητέρα. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αυτό ήταν αρκετό ώστε τα εθνικά δικαστήρια να έχουν υποχρέωση να πραγματοποιήσουν ουσιαστικό έλεγχο του ισχυρισμού.
- Το κρίσιμο σφάλμα του εφετείου
Το European Court of Human Rights θεώρησε προβληματικό ότι το Riga Regional Court απέρριψε ουσιαστικά την ψυχολογική έκθεση θεωρώντας ότι αφορούσε την επιμέλεια. Κατά το ΕΔΔΑ, όμως, η έκθεση συνδεόταν άμεσα με το άρθρο 13(β), διότι επισήμαινε πιθανό ψυχολογικό τραύμα από τον άμεσο αποχωρισμό του παιδιού από τη μητέρα. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι το δικαστήριο μπορούσε να επιτρέψει την εξέταση και αμφισβήτηση της έκθεσης από τους διαδίκους ή ακόμη και να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη αυτεπαγγέλτως. Δεν μπορούσε όμως απλώς να μην εξετάσει ουσιαστικά το ζήτημα.
- Οι εγγυήσεις στη χώρα επιστροφής
Ένα ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό σημείο είναι η §108. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα δικαστήρια πρέπει να εξακριβώνουν εάν στη χώρα της συνήθους διαμονής υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις και, όταν υπάρχει γνωστός κίνδυνος, αν έχουν προβλεφθεί συγκεκριμένα μέτρα προστασίας. Στην υπόθεση εξετάστηκε επίσης αν η μητέρα μπορούσε να ακολουθήσει το παιδί στην Αυστραλία και να συνεχίσει να διατηρεί επαφή μαζί του. Το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι και αυτό το ζήτημα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί από τα λετονικά δικαστήρια.
- Τελική κρίση
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι η διαδικασία λήψης της απόφασης στη Λετονία δεν ανταποκρίθηκε στις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, επειδή δεν πραγματοποιήθηκε αποτελεσματική εξέταση των ισχυρισμών της μητέρας με βάση το άρθρο 13(β) της Σύμβασης της Χάγης. Για τον λόγο αυτό διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, με ψήφους 9 έναντι 8.
Συμπερασματικά:
- Το παιδί βρίσκεται στο επίκεντρο της δικαστικής κρίσης. – Το συμφέρον του δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη θέση κανενός από τους δύο γονείς.
- Δεν επιτρέπεται μηχανιστική εφαρμογή διεθνών κανόνων. – Ακόμη και όταν η επιστροφή αποτελεί τον κανόνα, οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις πρέπει να εξετάζονται πραγματικά.
- Η ειδική αιτιολογία αποκτά χαρακτήρα εγγύησης του άρθρου 8. – Δεν αρκεί η αναφορά στο συμφέρον του παιδιού. Πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί εξετάστηκαν συγκεκριμένα.
- Η ταχύτητα δεν υπερισχύει της ουσιαστικής δικαστικής προστασίας. – Η επείγουσα φύση των υποθέσεων διεθνούς απαγωγής δεν απαλλάσσει τον δικαστή από την αποτελεσματική εξέταση ενός τεκμηριωμένου ισχυρισμού σοβαρού κινδύνου.
- Η διαδικασία επιστροφής δεν είναι δίκη επιμέλειας. – Το ΕΔΔΑ διευκρινίζει ότι δεν απαιτείται συνολική επανεξέταση ολόκληρης της οικογενειακής κατάστασης όπως σε μία διαφορά επιμέλειας. Απαιτείται όμως αποτελεσματική εξέταση των συγκεκριμένων εξαιρέσεων που προβλέπει η Σύμβαση της Χάγης.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης: