Η απόφαση AVETYAN v. ARMENIA είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καθώς το ΕΔΔΑ δεν μένει στην ύπαρξη μιας δικαστικής απόφασης για επικοινωνία ή επιμέλεια. Εξετάζει αν το κράτος έλαβε στην πράξη επαρκή, ταχεία και αποτελεσματικά μέτρα ώστε να προστατέψει τη σχέση γονέα και παιδιού.
- Ταυτότητα της απόφασης
ΕΔΔΑ, Avetyan κατά Αρμενίας, προσφυγή αρ. 11997/25, Fifth Section, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2026. Κεντρικό αντικείμενο ήταν η καταγγελία του πατέρα ότι το κράτος δεν εκπλήρωσε τις θετικές υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, επειδή δεν εξασφάλισε αποτελεσματικά την άσκηση των γονικών του δικαιωμάτων και την επανένωσή του με την κόρη του.
- Πραγματικά περιστατικά
Ο προσφεύγων ήταν πατέρας επτάχρονης κόρης. Η οικογένεια διέμενε στις ΗΠΑ έως το διαζύγιο των γονέων το 2021. Στις 13 Μαρτίου 2023, το Superior Court of California, County of Los Angeles, ανέθεσε στον πατέρα την πλήρη φυσική επιμέλεια του παιδιού. Στη συνέχεια, το παιδί μεταφέρθηκε στην Αρμενία, όπου, κατά τον προσφεύγοντα, κατακρατήθηκε παράνομα από τη μητέρα. Τον Οκτώβριο 2024 η μητέρα άφησε το παιδί στους γονείς της και επέστρεψε στις ΗΠΑ. Ο πατέρας μετέβη στην Αρμενία στις 12 Οκτωβρίου 2024, αλλά οι παππούδες από τη μητρική γραμμή δεν του επέτρεψαν να παραλάβει το παιδί.
- Η προσφυγή στα αρμενικά δικαστήρια
Στις 12 Φεβρουαρίου 2025, ο πατέρας προσέφυγε στο δικαστήριο του Ερεβάν ζητώντας να υποχρεωθούν οι παππούδες να του παραδώσουν το παιδί. Ζήτησε επίσης προσωρινή διαταγή για την επιστροφή του παιδιού όσο εκκρεμούσε η κύρια διαδικασία. Το αίτημα προσωρινής επιστροφής αρχικά απορρίφθηκε. Ωστόσο, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως καθόρισε πρόγραμμα επικοινωνίας τρεις φορές την εβδομάδα για τρεις ώρες, χωρίς παρουσία των παππούδων. Το κρίσιμο πρόβλημα ήταν ότι η απόφαση υπήρχε, αλλά δεν εφαρμοζόταν.
Η υπηρεσία αναγκαστικής εκτέλεσης επιχείρησε επανειλημμένα να υλοποιήσει την επικοινωνία. Οι προσπάθειες απέτυχαν, καθώς οι παππούδες ζητούσαν αναβολές, πρότειναν οι συναντήσεις να πραγματοποιούνται στο διαμέρισμά τους ή απουσίαζαν όταν προσέρχονταν ο δικαστικός επιμελητής, ο πατέρας και εκπρόσωπος των αρχών προστασίας του παιδιού.
Αυτό αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο σημαντικό στοιχείο της απόφασης: δεν αρκεί η τυπική έκδοση μιας δικαστικής απόφασης για τη διασφάλιση των γονικών δικαιωμάτων. Το ΕΔΔΑ εξετάζει τι έκανε το κράτος για να την καταστήσει πραγματικά αποτελεσματική.
- Η απόφαση της 31ης Μαρτίου 2025
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της υπόθεσης.
Μετά από έφεση του πατέρα, στις 31 Μαρτίου 2025, το Civil Court of Appeal εξέδωσε προσωρινό μέτρο που διέτασσε τους παππούδες να παραδώσουν το παιδί στον πατέρα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η αιτιολογία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: όσο το παιδί δεν βρισκόταν στην πραγματική φροντίδα της μητέρας του, έπρεπε να βρίσκεται στη φροντίδα του πατέρα, ο οποίος είχε προτιμησιακό δικαίωμα ανατροφής του παιδιού έναντι τρίτων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των παππούδων.
Το ΕΔΔΑ καταγράφει ότι το εθνικό δικαστήριο αντιμετώπισε τον γονέα ως έχοντα προτεραιότητα έναντι τρίτων προσώπων ως προς την ανατροφή του παιδιού.
- Η αποτυχία εντοπισμού του παιδιού
Την 1η Απριλίου 2025 ξεκίνησε διαδικασία εκτέλεσης. Όταν όμως ο δικαστικός επιμελητής και ο πατέρας πήγαν στην κατοικία των παππούδων η γιαγιά και το παιδί δεν βρίσκονταν εκεί, ο παππούς δήλωσε ότι αγνοούσε πού βρίσκονταν, αποφασίστηκε επίσημη αναζήτηση με τη συνδρομή της αστυνομίας. Η αστυνομία δήλωσε ότι ξεκίνησε αναζήτηση στις 4 Απριλίου 2025.
Το ΕΔΔΑ διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι, πέρα από την τυπική έναρξη της αναζήτησης, έγιναν συγκεκριμένες ενέργειες για τον εντοπισμό του παιδιού, όπως εξέταση/συνέντευξη του παππού, έρευνα μέσω συγγενών, έρευνα μέσω γειτόνων, έρευνα μέσω αρμόδιων φορέων, ενδεχόμενος εντοπισμός της γιαγιάς μέσω δεδομένων θέσης του κινητού τηλεφώνου της.
Το Δικαστήριο δηλώνει μάλιστα ότι προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία το γεγονός ότι, ενώ ήταν άγνωστο πού βρισκόταν ένα παιδί, η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο συγκεκριμένων ενεργειών πέρα από την επίσημη έναρξη της αναζήτησης.
- Πολύ σημαντικό: οι κυρώσεις για μη συμμόρφωση
Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις στους παππούδες παρά την έλλειψη συνεργασίας τους, τις επανειλημμένες αποτυχίες να καταστήσουν διαθέσιμο το παιδί και τη μη γνωστοποίηση του τόπου όπου βρισκόταν. Επαναλαμβάνει δε τη νομολογιακή αρχή ότι εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν κατάλληλες κυρώσεις, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, όταν τα πρόσωπα με τα οποία ζει το παιδί δεν συνεργάζονται, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία (Maire v. Portugal, §76, Sévère v. Austria, §98, Tzioumaka v. Greece, §86).
Η προσέγγιση δεν περιορίζεται στο αν υπάρχει νομοθεσία ή δικαστική απόφαση, αλλά στο τι έκαναν οι δημόσιες αρχές όταν κάποιος παρεμπόδισε στην πράξη την εφαρμογή της. Η απάντηση του ΕΔΔΑ είναι σαφής: η έλλειψη συνεργασίας μπορεί να απαιτεί πραγματικά μέτρα και κατάλληλες κυρώσεις, ακόμη και αυτεπαγγέλτως.
- Η διάσταση του χρόνου
Το παιδί εντοπίστηκε τελικά στην κατοικία των παππούδων μέχρι τις 27 Μαΐου 2025, σχεδόν δύο μήνες μετά την έναρξη της αναζήτησης. Το κράτος όμως δεν απέδειξε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένης δράσης των αρχών και όχι απλώς συνέπεια της επιστροφής της μητέρας στην Αρμενία λίγο νωρίτερα. Επιπλέον, ο πατέρας δεν ενημερώθηκε εγκαίρως ότι η κόρη του είχε εντοπιστεί. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε καθυστέρηση σχεδόν τεσσεράμισι μηνών σχετικά με την ενημέρωση για τον εντοπισμό της.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι μια τέτοια καθυστέρηση μπορούσε να δημιουργήσει αβεβαιότητα και άγχος στον πατέρα και να επηρεάσει δυσμενώς την επαφή του με την κόρη του. Κυρίως, επαναφέρει μια εξαιρετικά σημαντική νομολογιακή αρχή: η πάροδος του χρόνου μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ γονέα και παιδιού.
- Το όριο που έθεσε ταυτόχρονα το ΕΔΔΑ
Η απόφαση έχει ενδιαφέρον επειδή δεν δικαιώνει άκριτα κάθε ισχυρισμό του πατέρα.
Όταν η μητέρα επέστρεψε στην Αρμενία και ανέλαβε τη φροντίδα του παιδιού, η προσωρινή απόφαση της 31ης Μαρτίου έπαψε να εφαρμόζεται υπό τους όρους με τους οποίους είχε εκδοθεί, επειδή αφορούσε την παράδοση του παιδιού από τους παππούδες στον πατέρα όσο το παιδί δεν βρισκόταν στην πραγματική φροντίδα της μητέρας. Για τον λόγο αυτό, το ΕΔΔΑ δεν καταλόγισε στις αρχές ότι δεν συνέχισαν την εκτέλεση της συγκεκριμένης απόφασης μετά τη μεταβολή αυτή.
Επίσης, το ΕΔΔΑ απέρριψε το επιχείρημα ότι οι αρμενικές αρχές όφειλαν απευθείας να εξασφαλίσουν την επιμέλεια βάσει της αμερικανικής απόφασης, διότι η απόφαση του California Superior Court δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί στην Αρμενία σύμφωνα με το άρθρο 346 του αρμενικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Αυτό είναι σημαντικό για νομική ακρίβεια: η καταδίκη δεν στηρίζεται στην άποψη ότι ο πατέρας είχε ένα απόλυτο δικαίωμα να του παραδοθεί το παιδί λόγω της αμερικανικής απόφασης.
- Η βασική κρίση του ΕΔΔΑ
Στην §28 συμπυκνώνεται ουσιαστικά ολόκληρη η απόφαση. Το Δικαστήριο συνεκτίμησε την απουσία αποδείξεων για συγκεκριμένα μέτρα άμεσου εντοπισμού του παιδιού, την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής των γονικών δικαιωμάτων, την αποτυχία των αρχών να ενημερώσουν έγκαιρα τον πατέρα όταν το παιδί εντοπίστηκε, και κατέληξε ότι οι εθνικές αρχές δεν έλαβαν όλα τα μέτρα που μπορούσαν ευλόγως να αναμένονται από αυτές ώστε να καταστεί δυνατή η επανένωση πατέρα και κόρης και να διατηρηθεί η μεταξύ τους σχέση. Η παράλειψη αυτή συνιστούσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει τη σχέση γονέα και παιδιού, οδηγώντας σε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
- Άρθρο 13: αποτελεσματικό ένδικο μέσο
Ο προσφεύγων επικαλέστηκε επίσης την έλλειψη αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου μέσου. Το ΕΔΔΑ, όμως, έχοντας ήδη επιλύσει το βασικό νομικό ζήτημα βάσει του άρθρου 8, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει χωριστά την καταγγελία αυτή.
- Αποζημίωση
Ο προσφεύγων ζήτησε 12.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον τυχόν φόρου. Δεν είχε ζητηθεί αποζημίωση για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.
- Οι νομολογιακές αρχές που αξίζει να κρατήσουμε
(α) Η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι αποτελεσματική στην πράξη
Η προστασία του άρθρου 8 δεν εξαντλείται στην έκδοση απόφασης. Οι αρχές έχουν θετική υποχρέωση να λάβουν adequate, swift and effective measures για την εφαρμογή των γονικών δικαιωμάτων.
(β) Η ταχύτητα αποτελεί ουσιαστικό μέρος της προστασίας
Σε υποθέσεις σχέσεων γονέα-παιδιού, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Η καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες συνέπειες στη σχέση γονέα και παιδιού.
(γ) Δεν αρκούν τυπικές διοικητικές ενέργειες
Η «έναρξη αναζήτησης» στα χαρτιά δεν αρκεί. Το κράτος πρέπει να μπορεί να αποδείξει ποιες συγκεκριμένες ενέργειες πραγματοποίησε.
(δ) Η μη συνεργασία τρίτων απαιτεί αντίδραση
Όταν τα πρόσωπα με τα οποία βρίσκεται το παιδί παρεμποδίζουν την εφαρμογή δικαστικής απόφασης, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξετάσουν κατάλληλες κυρώσεις ακόμη και αυτεπαγγέλτως.
(ε) Υπάρχει θετική κρατική υποχρέωση προστασίας του δεσμού γονέα-παιδιού
Το κέντρο της ανάλυσης δεν είναι μόνο το ατομικό «δικαίωμα του γονέα», αλλά η προστασία της σχέσης μεταξύ γονέα και παιδιού.
(στ) Ακόμη και η ενημέρωση του γονέα αποτελεί μέρος της αποτελεσματικότητας
Η καθυστέρηση των αρχών να γνωστοποιήσουν στον γονέα ότι το παιδί εντοπίστηκε αποτέλεσε στοιχείο της συνολικής διαπίστωσης παραβίασης.
- Ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο για την ελληνική επιχειρηματολογία
Η απόφαση Avetyan αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή το ίδιο το ΕΔΔΑ παραπέμπει επανειλημμένα στην Tzioumaka v. Greece, no. 31022/20, 9 April 2024.
Συγκεκριμένα τη χρησιμοποιεί για τις γενικές αρχές των θετικών υποχρεώσεων του κράτους ως προς τη σχέση γονέα-παιδιού (§§79-80 της Tzioumaka), και ιδίως για την αρχή της επιβολής κατάλληλων κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συνεργασίας (§86).
Επίσης χρησιμοποιεί τη Fourkiotis v. Greece για να απορρίψει το επιχείρημα ότι η προσφυγή ήταν πρόωρη επειδή η κύρια αστική διαδικασία εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι, όταν το παράπονο αφορά μη εκτέλεση ήδη δεσμευτικών προσωρινών μέτρων, η εκκρεμοδικία της κύριας υπόθεσης δεν αρκεί για να θεωρηθεί η προσφυγή πρόωρη.
Συμπέρασμα:
Η αποτελεσματικότητα της οικογενειακής δικαιοσύνης δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και από την έγκαιρη και πραγματική εφαρμογή τους. Όταν η αδράνεια, η καθυστέρηση ή η μη συνεργασία τρίτων οδηγούν σε αποδυνάμωση του δεσμού γονέα και παιδιού, το κράτος οφείλει να λαμβάνει συγκεκριμένα, ταχεία και αποτελεσματικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, κατάλληλων κυρώσεων.
Ακολουθεί η απόφαση στο σύνδεσμο: