Η αδράνεια των αρχών, οι καθυστερήσεις και η μη ουσιαστική εφαρμογή των μέτρων για την αποκατάσταση της επικοινωνίας οδήγησαν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
- Ταυτότητα της απόφασης
Η υπόθεση I.S. κατά Ελλάδας, προσφυγή αρ. 19165/20, κρίθηκε από το Τρίτο Τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η απόφαση εκδόθηκε στις 23 Μαΐου 2023 και κατέστη οριστική στις 23 Αυγούστου 2023. Το βασικό ζήτημα ήταν η παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, δηλαδή του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής.
- Η ουσία της υπόθεσης
Ο προσφεύγων πατέρας είχε δικαστικά αναγνωρισμένο δικαίωμα επικοινωνίας με τις δύο κόρες του. Παρά τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, όμως, από τον Ιανουάριο του 2016 η επικοινωνία ουσιαστικά δεν πραγματοποιούνταν. Τα παιδιά εμφανίζονταν στο αστυνομικό τμήμα που είχε οριστεί ως τόπος παράδοσης και παραλαβής, αλλά αρνούνταν να φύγουν μαζί του.
Το ΕΔΔΑ κλήθηκε επομένως να εξετάσει όχι απλώς αν υπήρχαν αποφάσεις που κατοχύρωναν την επικοινωνία, αλλά αν οι ελληνικές αρχές έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα που μπορούσαν εύλογα να απαιτηθούν ώστε να διατηρηθεί και να αποκατασταθεί η σχέση πατέρα και παιδιών.
- Το κρίσιμο πρόβλημα: αποφάσεις χωρίς αποτελεσματική εφαρμογή
Οι ελληνικές αρχές και τα δικαστήρια είχαν διατάξει κατά καιρούς κοινωνικές έρευνες, παιδοψυχιατρική αξιολόγηση, συμβουλευτική, ψυχολογικές και ψυχιατρικές αξιολογήσεις, συστάσεις προς τη μητέρα, μέτρα για τη ρύθμιση της επικοινωνίας.
Ωστόσο, το κρίσιμο συμπέρασμα του ΕΔΔΑ είναι ότι δεν υπήρξε πραγματική παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων που είχαν διαταχθεί. Ορισμένα δεν ολοκληρώθηκαν και άλλα ολοκληρώθηκαν μόνο μερικώς.
- Η κοινωνική έρευνα
Η κοινωνική έρευνα που είχε διαταχθεί το 2017 δεν πραγματοποιήθηκε αρχικά στον πραγματικό τόπο κατοικίας των παιδιών. Η έκθεση του Νοεμβρίου 2019 μάλιστα συνέστησε να ολοκληρωθεί η κοινωνική έρευνα στον τόπο όπου πραγματικά διέμεναν τα παιδιά.
Ακόμη και η μεταγενέστερη κοινωνική έρευνα στην Τήνο δεν πραγματοποιήθηκε στον πραγματικό τόπο κατοικίας τους, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξέτασε το Δικαστήριο, η μητέρα δεν αποκάλυψε στον κοινωνικό λειτουργό πού ακριβώς έμενε με τα παιδιά ούτε επέτρεψε την αξιολόγηση εκεί. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία πως οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν αποτελεσματικά το συγκεκριμένο ζήτημα.
- Η παιδοψυχιατρική αξιολόγηση
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι είχε διαταχθεί αξιολόγηση προκειμένου να διερευνηθεί, μεταξύ άλλων, γιατί τα παιδιά αρνούνταν την επικοινωνία με τον πατέρα και αν η άρνηση αυτή προερχόταν από τα ίδια ή είχε επηρεαστεί από τη μητέρα.
Η δικαστικά διορισμένη ειδικός προγραμμάτισε επανειλημμένα συναντήσεις, αλλά η μητέρα δεν εμφανίστηκε ούτε προσήγαγε τα παιδιά. Κατά συνέπεια, η ειδικός δεν μπόρεσε να τα εξετάσει και το κρίσιμο ερώτημα για την προέλευση της άρνησής τους δεν απαντήθηκε.
Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι οι εθνικές αρχές δεν φρόντισαν στη συνέχεια να ολοκληρωθεί η συγκεκριμένη αξιολόγηση. Ακόμη και πρόσθετη ψυχολογική και ψυχιατρική αξιολόγηση που διατάχθηκε αργότερα ανακλήθηκε χωρίς να ολοκληρωθεί.
- Η μετακόμιση στην Τήνο
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τις πρακτικές επιπτώσεις της μετακόμισης της μητέρας και των παιδιών στην Τήνο το 2019. Παρότι η μητέρα είχε τότε την επιμέλεια και, σύμφωνα με την εθνική δικαστική κρίση, μπορούσε να καθορίζει τον τόπο κατοικίας των παιδιών, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι η μετακόμιση σε νησί επηρέασε σοβαρά τις πρακτικές δυνατότητες άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας.
Παρά τα νέα δεδομένα, το πρόγραμμα επικοινωνίας διατηρήθηκε ουσιαστικά με απαιτήσεις που συνεπάγονταν πολύ συχνά ταξίδια στην Τήνο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αυτή η πρόσθετη δυσκολία δεν μπορούσε να διευκολύνει την επικοινωνία του πατέρα με τις κόρες του.
- Η στάση των αρχών
Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι οι ελληνικές αρχές βρίσκονταν αντιμέτωπες με μια πολύ δύσκολη οικογενειακή σύγκρουση. Έθεσε όμως μία πολύ σημαντική αρχή – Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ χωρισμένων γονέων δεν απαλλάσσει τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα που μπορούν να επιτρέψουν τη διατήρηση του οικογενειακού δεσμού.
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι οι συστάσεις και προειδοποιήσεις προς τη μητέρα δεν είχαν αποτέλεσμα και ότι οι ενέργειές της παρεμπόδιζαν τόσο την άσκηση της επικοινωνίας όσο και την πραγματοποίηση των αξιολογήσεων που θα μπορούσαν να διαφωτίσουν τις συνθήκες διαβίωσης και την ψυχολογική κατάσταση των παιδιών. Κατά την κρίση του ΕΔΔΑ, οι αρχές ανέχθηκαν αυτή την κατάσταση σε βαθμό που οι σχετικές εντολές στερήθηκαν στην πράξη της αποτελεσματικότητάς τους.
- Πολύ σημαντικό: η άποψη του παιδιού δεν αποτελεί αυτόματο «βέτο»
Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο νομολογιακό σημείο της απόφασης. Το ΕΔΔΑ ξεκαθαρίζει ότι η άποψη των παιδιών πρέπει βεβαίως να λαμβάνεται υπόψη, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκη αμετάβλητη, ούτε οι αντιρρήσεις τους είναι από μόνες τους πάντοτε αρκετές ώστε να υπερισχύσουν του συμφέροντος του γονέα να διατηρεί τακτική επαφή μαζί τους. Κυρίως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως παροχή ενός άνευ όρων δικαιώματος βέτο, χωρίς να εξετάζονται και οι υπόλοιποι παράγοντες και χωρίς διερεύνηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Προχωρά μάλιστα ακόμη περισσότερο. Όταν ένα παιδί δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει και να εκφράσει ανεπηρέαστα τη βούλησή του, για παράδειγμα λόγω σύγκρουσης πίστης ή έκθεσης σε αποξενωτική συμπεριφορά γονέα, μια δικαστική απόφαση που στηρίζεται απλώς στις εκφραζόμενες επιθυμίες του μπορεί να δημιουργήσει ζήτημα υπό το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
- Ο παράγοντας του χρόνου
Το ΕΔΔΑ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον χρόνο. Η επικοινωνία είχε ουσιαστικά σταματήσει τον Ιανουάριο του 2016, ενώ η απόφαση 152/2021, η οποία εξέτασε μεταξύ άλλων τη φύση της άρνησης των παιδιών, εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2021. Το Δικαστήριο έκρινε την καθυστέρηση υπερβολική. Η αρχή που επαναλαμβάνει είναι πολύ σημαντική – η πάροδος του χρόνου μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες στη σχέση γονέα και παιδιού και τελικά να οδηγήσει σε de facto επίλυση της υπόθεσης.
Με απλά λόγια, μια απόφαση επικοινωνίας που παραμένει ανεφάρμοστη επί χρόνια μπορεί στο τέλος να καταστεί πρακτικά άνευ αντικειμένου, επειδή στο μεταξύ η ίδια η σχέση γονέα και παιδιού έχει αλλοιωθεί.
- Τελική κρίση του ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι ελληνικές αρχές δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα που μπορούσαν εύλόγως να απαιτηθούν ώστε να εφαρμοστεί το δικαίωμα του προσφεύγοντος να έχει επικοινωνία και να δημιουργήσει σχέση με τις κόρες του. Διαπίστωσε συνεπώς, ομόφωνα, παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε στον προσφεύγοντα 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον τυχόν φόρου.
Συμπερασματικά:
Δεν αρκεί η έκδοση δικαστικής απόφασης επικοινωνίας. Το κράτος έχει θετική υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί ουσιαστικά.
Ο χρόνος είναι καθοριστικός στις οικογενειακές υποθέσεις. Η καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον οικογενειακό δεσμό.
Η σύγκρουση ή η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των γονέων δεν απαλλάσσει το κράτος από τις θετικές του υποχρεώσεις.
Η εκφραζόμενη άρνηση ενός παιδιού για επικοινωνία δεν λειτουργεί αυτομάτως ως απόλυτο βέτο. Χρειάζεται διερεύνηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και των συνθηκών μέσα στις οποίες σχηματίστηκε η άποψή του.
Κοινωνικές έρευνες, ψυχολογικές αξιολογήσεις και εισαγγελικές εντολές πρέπει να εφαρμόζονται και να παρακολουθούνται ουσιαστικά. Η απλή έκδοσή τους, χωρίς πραγματικό follow-up όταν δεν εκτελούνται, δεν αρκεί.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης: