Η απόφαση X κατά Πολωνίας υπογραμμίζει ότι στις διαφορές γονικής μέριμνας και επιμέλειας το συμφέρον του παιδιού οφείλει να αξιολογείται με βάση τις πραγματικές και εξατομικευμένες συνθήκες της ζωής του και όχι μέσω στερεοτυπικών αντιλήψεων για το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή το οικογενειακό μοντέλο. Ο ουσιαστικός δεσμός του παιδιού με τον γονέα, η πραγματική γονική ικανότητα και η απουσία αποδεδειγμένου κινδύνου αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της στάθμισης.
- Βασικά στοιχεία
Υπόθεση: X v. Poland
Αριθμός προσφυγής: 20741/10
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Α΄ Τμήμα
Ημερομηνία απόφασης: 16 Σεπτεμβρίου 2021
Κατέστη οριστική: 28 Φεβρουαρίου 2022
Κρίσιμες διατάξεις: άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με άρθρο 8
Αποτέλεσμα: παραβίαση με ψήφους 6 προς 1
Δίκαιη ικανοποίηση: 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
- Αντικείμενο της υπόθεσης
Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι υπέστη διάκριση λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού στις δικαστικές διαδικασίες σχετικά με τα πλήρη γονικά δικαιώματα και την επιμέλεια του μικρότερου παιδιού της, D. Η υπόθεση, επομένως, δεν αφορούσε γενικά το εάν ένας γονέας του ίδιου φύλου με τον σύντροφό του μπορεί να ανατρέφει παιδί. Το κρίσιμο ζήτημα ήταν αν ο σεξουαλικός προσανατολισμός της μητέρας επηρέασε καθοριστικά την κρίση των εθνικών δικαστηρίων για την επιμέλεια.
- Το οικογενειακό ιστορικό
Η προσφεύγουσα είχε τέσσερα παιδιά. Μετά τη διάλυση του γάμου της ανέπτυξε σχέση με άλλη γυναίκα, τη Z. Με την απόφαση διαζυγίου του 2005, η μητέρα είχε αρχικά λάβει πλήρη γονικά δικαιώματα και την επιμέλεια και των τεσσάρων παιδιών. Το 2006 ο πατέρας ζήτησε μεταβολή της ρύθμισης της επιμέλειας. Στις διαδικασίες που ακολούθησαν, η σχέση της μητέρας με τη Z απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα. Μεταξύ άλλων, πραγματογνωμοσύνη θεωρούσε ότι η μητέρα θα μπορούσε να εξακολουθήσει να φροντίζει τα παιδιά υπό την προϋπόθεση ότι θα άλλαζε στάση και θα απέκλειε τη Z από την οικογενειακή ζωή. Το 2007 τα πολωνικά δικαστήρια ανέθεσαν στον πατέρα τα πλήρη γονικά δικαιώματα και την επιμέλεια των παιδιών και περιόρισαν τα δικαιώματα της μητέρας.
- Η ιδιαίτερη περίπτωση του μικρότερου παιδιού D
Η διαφορά που τελικά εξέτασε το ΕΔΔΑ περιορίστηκε στη διαδικασία που αφορούσε τον μικρότερο γιο, D. Υπήρχαν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο D είχε πολύ ισχυρό δεσμό με τη μητέρα του, είχε ζήσει μαζί της σε όλη την προηγούμενη ζωή του, ήταν λιγότερο συνδεδεμένος με τον πατέρα, δικαστικός επιμελητής είχε αξιολογήσει θετικά τη μητέρα ως φροντιστή, ακόμη και ο ίδιος ο πατέρας είχε αναγνωρίσει σε προηγούμενο στάδιο τον ισχυρότερο δεσμό του D με τη μητέρα. Παρά τα παραπάνω, τον Ιούνιο του 2008, όταν ο D ήταν έξι ετών, αφαιρέθηκε από τη φροντίδα της μητέρας με παρέμβαση δικαστικού επιμελητή και παραδόθηκε στον πατέρα.
- Το κρίσιμο επιχείρημα του «ανδρικού προτύπου»
Στη νέα πραγματογνωμοσύνη του 2009 κρίθηκε ότι και οι δύο γονείς διέθεταν παρόμοιες γονικές ικανότητες. Ωστόσο, οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ότι, λόγω της ηλικίας του αγοριού, ο ρόλος του πατέρα ήταν σημαντικότερος για τη δημιουργία ενός «ανδρικού προτύπου». Το εθνικό δικαστήριο υιοθέτησε το επιχείρημα και έκρινε ότι η παραμονή του D με τον πατέρα δικαιολογούνταν, μεταξύ άλλων, από τον μεγαλύτερο ρόλο του πατέρα στη δημιουργία ενός τέτοιου προτύπου. Το εφετείο επανέλαβε ότι για ένα αγόρι από διαλυμένη οικογένεια είναι σημαντικό το ανδρικό πρότυπο και ότι η σημασία του αυξάνεται καθώς μεγαλώνει. Αυτό αποδείχθηκε κομβικό στην κρίση του ΕΔΔΑ.
- Τι διαπίστωσε το ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός της μητέρας και η σχέση της με άλλη γυναίκα βρίσκονταν σταθερά στο επίκεντρο των εκτιμήσεων των εθνικών αρχών και σε όλα τα στάδια των δικαστικών διαδικασιών. Έκρινε, συνεπώς, ότι υπήρξε διαφορετική μεταχείριση της προσφεύγουσας σε σχέση με άλλον γονέα που θα διεκδικούσε την πλήρη επιμέλεια του παιδιού του και ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση βασίστηκε στον σεξουαλικό προσανατολισμό της.
- Το συμφέρον του παιδιού δεν αρκεί να αναφέρεται αφηρημένα
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους έχει πρωταρχική σημασία, ενώ σε υποθέσεις επιμέλειας και περιορισμού της επικοινωνίας τα συμφέροντα του παιδιού πρέπει να προηγούνται όλων των άλλων εκτιμήσεων. Όμως, κατά το Δικαστήριο, η επίκληση του συμφέροντος του παιδιού δεν μπορεί να είναι αφηρημένη. Έπρεπε να εξεταστεί εάν στην πραγματικότητα ο σεξουαλικός προσανατολισμός της μητέρας είχε αποφασιστική επίδραση στην απόφαση των εθνικών δικαστηρίων.
- Γιατί απορρίφθηκε το επιχείρημα του «ανδρικού προτύπου»
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αντίληψη περί αναγκαιότητας ενός «ανδρικού προτύπου» ήταν στερεοτυπική και δεν υποστηριζόταν από τα συγκεκριμένα δεδομένα για το συγκεκριμένο παιδί. Ιδίως έλαβε υπόψη ότι ο D είχε ισχυρό δεσμό με τη μητέρα, είχε εμφανιστεί καλά προσαρμοσμένος όταν ζούσε μαζί της, δεν είχε εντοπιστεί πραγματική και αποδεδειγμένη βλάβη ή κίνδυνος για την ανάπτυξη και την ευημερία του, η μητέρα υπήρξε ο βασικός φροντιστής του πριν από την απομάκρυνσή του, οι ειδικοί αναγνώριζαν ότι η μητέρα αντιλαμβανόταν την ανάγκη παρουσίας και των δύο γονέων στη ζωή του D. Το ΕΔΔΑ κατέληξε ρητά ότι η εξάρτηση της απόφασης από το «male role model» ήταν διακριτική.
- Η ιδιαίτερα σημαντική σύγκριση των δύο νέων σχέσεων
Το Δικαστήριο επισήμανε μια επιπλέον διαφοροποίηση. Οι πολωνικές αρχές είχαν χαρακτηρίσει τη σχέση της μητέρας με τη Z ως «υπερβολική εμπλοκή» και είχαν θεωρήσει ότι η στάση της έπρεπε να «διορθωθεί», ότι η σχέση έπρεπε να εγκαταλειφθεί και η Z να αποκλειστεί από την οικογενειακή ζωή. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε στην υπόθεση στοιχεία που να αποδεικνύουν αρνητική επίπτωση της Z στην ανάπτυξη και την ευημερία του D. Αντίθετα, η νέα σχέση του πατέρα, από την οποία είχε αποκτήσει ακόμη ένα παιδί, καθώς και η καθημερινή βοήθεια που λάμβανε από άλλα μέλη της οικογένειας για την ανατροφή του D, έγιναν αποδεκτές από τις εθνικές αρχές.
- Η τελική κρίση
Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι, αρνούμενες να παραχωρήσουν στη μητέρα πλήρη γονικά δικαιώματα και επιμέλεια του D, οι εθνικές αρχές προέβησαν σε διάκριση που βασίστηκε αποκλειστικά ή αποφασιστικά σε εκτιμήσεις σχετικές με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της. Μια τέτοια διάκριση δεν είναι αποδεκτή βάσει της ΕΣΔΑ. Διαπιστώθηκε επομένως παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η απόφαση ελήφθη με 6 ψήφους έναντι 1.
- Η μειοψηφούσα γνώμη
Ο δικαστής Krzysztof Wojtyczek διαφώνησε με την πλειοψηφία και διατύπωσε εκτενή μειοψηφούσα γνώμη. Θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχαν προβλήματα ως προς τη διαδικαστική δικαιοσύνη ενώπιον του ΕΔΔΑ, την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών και τη μεθοδολογία με την οποία η πλειοψηφία κατέληξε ότι υπήρξε διαφορετική μεταχείριση. Υποστήριξε επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν λάβει υπόψη ζητήματα πέραν του σεξουαλικού προσανατολισμού της μητέρας, όπως τις αντιδράσεις των παιδιών και τη σημασία της διατήρησης των αδελφών μαζί. Η μειοψηφία είναι χρήσιμο να αναφερθεί στη σελίδα, γιατί δείχνει ότι η υπόθεση δεν ήταν απλή αντιπαράθεση «σεξουαλικού προσανατολισμού έναντι επιμέλειας», αλλά αφορούσε τη δύσκολη στάθμιση πολλών πραγματικών παραγόντων.
Συμπερασματικά:
Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να εξατομικεύεται. Δεν αρκεί ένα δικαστήριο να επικαλείται γενικές αντιλήψεις για το ποιο οικογενειακό μοντέλο είναι «καλύτερο» ή ποιο φύλο γονέα θεωρείται καταλληλότερο. Πρέπει να εξετάζει το συγκεκριμένο παιδί, τον πραγματικό δεσμό με κάθε γονέα, τις γονικές ικανότητες, την υφιστάμενη σχέση και τυχόν πραγματικό και αποδεδειγμένο κίνδυνο ή βλάβη. Αυτή είναι η κατεύθυνση που προκύπτει από το σκεπτικό του ΕΔΔΑ στην υπόθεση.
Παράλληλα, η απόφαση επαναλαμβάνει μια θεμελιώδη αρχή του άρθρου 8: η αμοιβαία απόλαυση της συντροφιάς γονέα και παιδιού αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής.
Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης: