Το ΕΔΔΑ αναφέρεται ρητά στις ίδιες θεμελιώδεις αρχές που εφαρμόζει και σε υποθέσεις επικοινωνίας γονέα και παιδιού, παραπέμποντας μάλιστα, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Anagnostakis κατά Ελλάδας και I.S. κατά Ελλάδας. Η απόφαση αποτυπώνει μια πολύ ισχυρή αρχή για την οικογενειακή δικαιοσύνη: Η αδράνεια των αρχών δεν είναι ουδέτερη. Όταν οι αποφάσεις για την αποκατάσταση της σχέσης γονέα και παιδιού δεν εφαρμόζονται εγκαίρως, ο χρόνος μπορεί να καταστρέψει ακριβώς τον οικογενειακό δεσμό που οι αρχές είχαν υποχρέωση να προστατεύσουν.
- Βασικά στοιχεία
Υπόθεση: L.Z. και D.Z. κατά Ιταλίας (L.Z. et D.Z. c. Italie)
Αριθμός προσφυγής: 27379/24
Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Α΄ Τμήμα
Ημερομηνία απόφασης: 8 Οκτωβρίου 2026
Διάταξη: Άρθρο 8 ΕΣΔΑ, δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής
Αποτέλεσμα: Παραβίαση του άρθρου 8
Κρίση: Ομόφωνη.
- Αντικείμενο της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορά τη διακοπή της σχέσης μεταξύ μιας μητέρας, της L.Z., και του γιου της D.Z., ο οποίος τοποθετήθηκε σε ανάδοχη οικογένεια μόλις 16 ημέρες μετά τη γέννησή του, καθώς και τη μεταγενέστερη αδυναμία των ιταλικών αρχών να εκτελέσουν τις δικαστικές αποφάσεις που προέβλεπαν την επιστροφή του παιδιού στη βιολογική του μητέρα.
- Η αρχική απομάκρυνση του παιδιού
Ο D.Z. γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2020. Η μητέρα είχε αποκρύψει την εγκυμοσύνη της και γέννησε μόνη στο σπίτι. Όταν αμέσως μετά ζήτησε βοήθεια από τον πρώην σύντροφό της, εκείνος, αντί να μεταφέρει το νεογνό στο νοσοκομείο, το εγκατέλειψε στον δρόμο. Το παιδί εντοπίστηκε την ίδια ημέρα και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Η L.Z. δήλωσε στις αρχές ότι ήταν η βιολογική μητέρα 12 ημέρες μετά τη γέννηση και εξέφρασε την επιθυμία της να πάρει το παιδί κοντά της. Παρά ταύτα, στις 20 Νοεμβρίου 2020, δηλαδή μόλις 16 ημέρες μετά τη γέννηση, το δικαστήριο κήρυξε το παιδί εγκαταλελειμμένο και υιοθετήσιμο, βασιζόμενο στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι βιολογικοί γονείς ήταν άγνωστοι. Την ίδια ημέρα το παιδί τοποθετήθηκε σε ανάδοχη οικογένεια ενόψει υιοθεσίας.
Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η διαδικασία αυτή δεν επέτρεψε στη μητέρα να παρουσιάσει κατά τρόπο επαρκή και αποτελεσματικό τα επιχειρήματά της και να προστατεύσει το δικαίωμά της σε οικογενειακή ζωή με τον γιο της.
- Η ακύρωση της απόφασης περί υιοθεσίας
Στις 8 Ιουλίου 2021 το Εφετείο της Κατάνης ακύρωσε την απόφαση περί υιοθετησιμότητας. Υπογράμμισε, παραπέμποντας και στη νομολογία του ΕΔΔΑ, ότι το γεγονός και μόνο ότι ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει σε ένα ευνοϊκότερο εκπαιδευτικό περιβάλλον δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τους βιολογικούς γονείς του.
Η κρίση αυτή κατέστη οριστική τον Δεκέμβριο του 2022, όταν το ιταλικό Ακυρωτικό απέρριψε την προσφυγή του επιτρόπου του παιδιού. Παράλληλα, η ακύρωση της υιοθετησιμότητας είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της τοποθέτησης με σκοπό την υιοθεσία. Παρόλα αυτά, το παιδί παρέμεινε στην ανάδοχη οικογένεια, χωρίς τα εθνικά δικαστήρια να εξηγήσουν τη νομική βάση για τη συνέχιση αυτής της κατάστασης.
- Οι ειδικοί αρχικά έκριναν δυνατή την επανένωση
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρώτη πραγματογνωμοσύνη του 2022. Οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι η μητέρα δεν παρουσίαζε σημαντική τρέχουσα ψυχιατρική διαταραχή και ότι οι γονικές της ικανότητες ήταν επαρκώς καλές ώστε, με την απαιτούμενη προσοχή, να μπορούσε να αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού της. Πρότειναν συνέχιση της ψυχοθεραπείας, γονεϊκή υποστήριξη και σταδιακή επανέναρξη της επικοινωνίας υπό την εποπτεία των κοινωνικών υπηρεσιών με σκοπό την επανένταξη του παιδιού στη βιολογική οικογένεια.
- Η δικαστική απόφαση επιστροφής του παιδιού δεν εκτελέστηκε
Στις 28 Δεκεμβρίου 2022 το δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του παιδιού στη μητέρα του μέσα σε τέσσερις μήνες, με τη συνδρομή των αρμόδιων κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών. Ακολούθησαν όμως σοβαρά προβλήματα συντονισμού.
Η ανάδοχη οικογένεια είχε στο μεταξύ μετακομίσει από τη Σικελία στο Λάτιο, σε απόσταση άνω των 600 χιλιομέτρων, χωρίς να ενημερώσει το δικαστήριο. Οι κοινωνικές υπηρεσίες δήλωναν ότι δεν γνώριζαν ούτε την ταυτότητα της ανάδοχης οικογένειας ούτε τον τόπο διαμονής της, ενώ καταγράφηκαν προβλήματα συνεργασίας με τον επίτροπο. Ακολούθησαν νέες δικαστικές εντολές για επιστροφή του παιδιού, χωρίς όμως να επιτευχθεί η επανένωση.
- Η πιο κρίσιμη διαπίστωση του ΕΔΔΑ: ο χρόνος δημιούργησε το τετελεσμένο
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η έλλειψη συνεργασίας των αρμόδιων υπηρεσιών, της ανάδοχης οικογένειας και του επιτρόπου προκάλεσε ουσιώδη καθυστέρηση. Η καθυστέρηση αυτή επηρέασε στη συνέχεια τις ίδιες τις πραγματογνωμοσύνες. Οι αρχικές αξιολογήσεις υποστήριζαν μια σταδιακή επανένωση, ενώ οι μεταγενέστερες έκριναν ότι, λόγω του χρόνου που είχε πλέον περάσει και του δεσμού που είχε παγιωθεί με την ανάδοχη οικογένεια, η επανένωση είχε καταστεί δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη βραχυπρόθεσμα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε έτσι ότι οι αρχές επέτρεψαν να παγιωθεί μια πραγματική κατάσταση κατά παράβαση των δικαστικών αποφάσεων, χωρίς να λάβουν υπόψη τις μακροχρόνιες συνέπειες της διαρκούς απομάκρυνσης μητέρας και παιδιού.
Το ΕΔΔΑ καταλήγει σε μία εξαιρετικά σημαντική διαπίστωση. Η πάροδος του χρόνου κατέληξε να λειτουργήσει υπέρ της παραμονής του παιδιού στην ανάδοχη οικογένεια και εις βάρος της επιστροφής στη μητέρα του. Έτσι δημιουργήθηκε ένα τετελεσμένο γεγονός, δηλαδή η ουσιαστική ρήξη του οικογενειακού δεσμού μεταξύ μητέρας και παιδιού.
- Οι βασικές αρχές που επαναλαμβάνει το ΕΔΔΑ
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη νομολογιακή αξία επειδή συγκεντρώνει καθαρά ορισμένες θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 8:
(α) Για έναν γονέα και το παιδί του, η δυνατότητα να βρίσκονται μαζί αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής.
(β) Όταν ένα παιδί απομακρύνεται από την οικογένειά του, οι αρχές έχουν θετική υποχρέωση να λάβουν μέτρα για να διευκολύνουν την οικογενειακή επανένωση μόλις αυτή καταστεί πραγματικά δυνατή.
(γ) Η προσωρινή απομάκρυνση πρέπει να υπηρετεί ως τελικό σκοπό την επανένωση του βιολογικού γονέα και του παιδιού.
(δ) Η υποχρέωση αυτή υπάρχει από την αρχή της τοποθέτησης και γίνεται ισχυρότερη με την πάροδο του χρόνου, πάντοτε σε συνδυασμό με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
(ε) Η ταχύτητα είναι καθοριστική. Η πάροδος του χρόνου μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες στις σχέσεις ενός παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν ζει.
(στ) Μόνο εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις μπορούν να δικαιολογήσουν τη διάρρηξη του οικογενειακού δεσμού.
- Παραβίαση του άρθρου 8
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι ιταλικές αρχές δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για πραγματική επικοινωνία μητέρας και παιδιού και για οικογενειακή επανένωση. Κατά συνέπεια, έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο δεν θεώρησε αναγκαίο να εξετάσει χωριστά την καταγγελία βάσει του άρθρου 13.
- Αποζημίωση
Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 40.000 ευρώ στη μητέρα για ηθική βλάβη, 20.000 ευρώ στο παιδί για ηθική βλάβη, τα οποία θα κρατηθούν σε καταπίστευμα μέχρι την ενηλικίωσή του, 30.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.
- Ιδιαίτερη σημασία: το ΕΔΔΑ εντοπίζει συστημικό πρόβλημα
Η απόφαση υπερβαίνει κατά πολύ την ατομική περίπτωση. Με βάση το άρθρο 46, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η υπόθεση αποκαλύπτει συστημικό πρόβλημα στην Ιταλία σχετικά με την εκτέλεση, εντός εύλογου χρόνου, των αποφάσεων των δικαστηρίων ανηλίκων, καθώς και ανεπαρκή δικαστικό έλεγχο των κοινωνικών υπηρεσιών και άλλων φορέων που αναλαμβάνουν την εκτέλεση των αποφάσεων.
Το Δικαστήριο αναδεικνύει ακριβώς τον κίνδυνο που εμφανίστηκε στην υπόθεση: με την πάροδο του χρόνου οι οικογενειακές καταστάσεις παγιώνονται. Προτείνει, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικότερη εφαρμογή των σχετικών μεταρρυθμίσεων, σαφέστερο έλεγχο των κοινωνικών υπηρεσιών, ειδική εκπαίδευση δικαστών, εισαγγελέων και κοινωνικών λειτουργών, διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές, καλύτερο συντονισμό των εμπλεκομένων και ενίσχυση των εγγυήσεων στις διαδικασίες αναδοχής και υιοθεσίας.
Συμπερασματικά:
Η αξία της απόφασης δεν περιορίζεται στις υποθέσεις αναδοχής ή υιοθεσίας. Το ΕΔΔΑ αναφέρεται ρητά στις ίδιες θεμελιώδεις αρχές που εφαρμόζει και σε υποθέσεις επικοινωνίας γονέα και παιδιού, παραπέμποντας μάλιστα, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Anagnostakis κατά Ελλάδας και I.S. κατά Ελλάδας.
Η απόφαση αποτυπώνει μια πολύ ισχυρή αρχή για την οικογενειακή δικαιοσύνη: Η αδράνεια των αρχών δεν είναι ουδέτερη. Όταν οι αποφάσεις για την αποκατάσταση της σχέσης γονέα και παιδιού δεν εφαρμόζονται εγκαίρως, ο χρόνος μπορεί να καταστρέψει ακριβώς τον οικογενειακό δεσμό που οι αρχές είχαν υποχρέωση να προστατεύσουν.
Ακολουθεί η απόφαση στο σύνδεσμο: