Νομική Βιβλιοθήκη, 15/09/2026, Ιωάννης Κωνσταντινίδης δικηγόρος.
Η συναισθηματική και νομική διάσταση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας (Ν. 4800/2021).
Η διάσπαση του έγγαμου βίου ή της ελεύθερης ένωσης των γονέων αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις πλέον τραυματικές υπαρξιακές και συναισθηματικές κρίσεις στον πυρήνα της οικογένειας. Στο επίκεντρο αυτής της ανθρώπινης δοκιμασίας βρίσκεται το ανήλικο τέκνο, ένα πλάσμα που δεν επιζητά τίποτα περισσότερο από τη σταθερότητα, την ασφάλεια και την αδιάλειπτη παρουσία και των δύο γονέων του.
Η ψήφιση του Νόμου 4800/2021 ήρθε να αποτυπώσει νομοθετικά αυτήν ακριβώς τη θεμελιώδη ψυχολογική και συναισθηματική ανάγκη, εισάγοντας στο Ελληνικό Οικογενειακό Δίκαιο την αρχή της από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας (άρθρα 1511, 1513, 1514 ΑΚ) ως μαχητό νομικό τεκμήριο. Ωστόσο, η μετάβαση από το γράμμα του νόμου στην έδρα του δικαστηρίου αποκάλυψε μια βαθιά χαοτική απόσταση. Η διεκδίκηση της συνεπιμέλειας δεν αποτελεί απλώς μια παράθεση νομικών επιχειρημάτων, αλλά έναν καθημερινό, επίπονο αγώνα ευθύνης, αξιοπρέπειας και δικαιοσύνης.
Στο πλαίσιο αυτό, οι δικηγόροι —και ιδιαίτερα όσοι εκπροσωπούμε πατέρες που καλούνται να διαχειριστούν τις δραματικές συνέπειες ενός διαζυγίου— βρισκόμαστε καθημερινά στην πρώτη γραμμή ενός σκληρού και επίπονου αγώνα. Καλούμαστε να δώσουμε μια μάχη όχι μόνο νομική, αλλά βαθιά ανθρώπινη: να καταρρίψουμε εμπεδωμένα στερεότυπα, να προστατεύσουμε τον ανεκτίμητο συναισθηματικό δεσμό του πατέρα με το παιδί του και να διασφαλίσουμε στην πράξη ότι η πατρική αγάπη δεν θα αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα ή αναπληρωματική.
Το δογματικό και συναισθηματικό αδιέξοδο της «έλλειψης συνεργασίας»
Στην πρώιμη εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου, παρατηρήθηκε μια έκδηλη διστακτικότητα εκ μέρους του δικαστικού σώματος. Υπό την επήρεια παγιωμένων κοινωνικών στερεοτύπων δεκαετιών, μια σειρά δικαστικών αποφάσεων υιοθέτησε τη δογματικά εσφαλμένη παραδοχή ότι η συνεπιμέλεια απαιτεί ως προϋπόθεση την ύπαρξη προϋπάρχουσας «αρμονικής συνεργασίας» μεταξύ των γονέων.
Η ερμηνευτική αυτή διολίσθηση υπήρξε καταστροφική, τόσο σε νομικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο:
Δογματική αυθαιρεσία: Εισήγαγε στον νόμο έναν περιορισμό που ο ιστορικός νομοθέτης ρητά απέφυγε να θέσει. Είναι φύσει αδιανόητο να απαιτείται συναισθηματική αρμονία τη στιγμή που ένας γάμος καταρρέει.
Ψυχολογική παγίδευση του τέκνου: Η εξάρτηση της συνεπιμέλειας από τη διάθεση συνεργασίας μετέτρεψε την ένταση σε «τακτικό όπλο». Ο γονέας που επεδίωκε την αποκλειστική επιμέλεια αρκούσε να αρνηθεί τη συνεννόηση, να συντηρήσει την τεχνητή σύγκρουση και να βιώσει το παιδί ένα κλίμα διαρκούς εχθρότητας, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκτοπισμός του άλλου γονέα από τη ζωή του.
Όπως ορθά υπογραμμίζει η σύγχρονη επιστήμη και η προηγμένη νομολογία η συνεπιμέλεια δεν είναι το βραβείο μιας ήδη ομαλής σχέσης, είναι το θεσμικό πλαίσιο που αναγκάζει τους γονείς να υπερβούν τις προσωπικές τους ματαιώσεις και να σταθούν στο ύψος της γονεϊκής τους ευθύνης.
Η καθοριστική τομή του Αρείου Πάγου (ΑΠ 78/2023)
Η νομική αποκατάσταση της τάξης ήρθε με την ιστορική απόφαση 78/2023 του Αρείου Πάγου, η οποία έθεσε σαφή όρια στη διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων της ουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο διακήρυξε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι:
- Η απλή διαφωνία ή η συναισθηματική φόρτιση των γονέων δεν συνιστά νόμιμο λόγο αποκλεισμού της από κοινού άσκησης της επιμέλειας.
- Η ανάθεση αποκλειστικής επιμέλειας επιτρέπεται μόνον υπό τη συνδρομή σπουδαίου λόγου που εγκυμονεί πραγματικό κίνδυνο για το παιδί (όπως κακοποίηση, ψυχική ασθένεια ή παντελής αδιαφορία).
- Η εμμονική παρεμπόδιση της επαφής του τέκνου με τον άλλο γονέα συνιστά καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία στρέφεται ευθέως κατά του συμφέροντος του παιδιού.
Δίνουμε καθημερινά μάχη: Η δικαίωση της πατρικής αγάπης στη βρεφική ηλικία
Παρά τη σαφή νομολογιακή κατεύθυνση, η πραγματικότητα εντός των δικαστικών αιθουσών παραμένει μια καθημερινή, εξαντλητική μάχη. Κάθε δικογραφία κρύβει πίσω της έναν γονέα που αγωνιά, που μετρά τις ώρες μακριά από το παιδί του και που καλείται να αποδείξει τα αυτονόητα απέναντι σε αναχρονιστικές προκαταλήψεις.
Η μάχη αυτή γίνεται ακόμη πιο σκληρή όταν καλούμαστε να υπερασπιστούμε τη συνεπιμέλεια και την εναλλασσόμενη διαμονή σε βρέφη και τέκνα πολύ μικρής ηλικίας —ακόμη και μόλις 17 μηνών.
Σε αυτές τις εύθραυστες ηλικίες, η στερεοτυπική αντίληψη τείνει συχνά να θεωρεί τον πατέρα «δευτερεύοντα» ή απλό παρατηρητή. Η ανατροπή αυτής της αδικίας απαιτεί βαθιά επιστημονική τεκμηρίωση, δογματική αυστηρότητα και ακατάβλητο ψυχικό σθένος.
Η επίτευξη δικαστικής απόφασης που πέτυχα με τον εντολέα μου και καθιέρωσε τη συνεπιμέλεια με εναλλασσόμενη κατοικία για ένα παιδί 17 μηνών αποτελεί μια τεράστια νίκη της Δικαιοσύνης και της Λογικής.
Αποδεικνύει στην πράξη ότι:
Η ψυχοσυναισθηματική δεσιμότητα του βρέφους με τον πατέρα του χτίζεται από τις πρώτες ημέρες της ζωής του και είναι θεμελιώδης για την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.
Η στοργή, η φροντίδα και η παιδαγωγική επάρκεια δεν έχουν φύλο, ούτε περιορίζονται από την ηλικία του τέκνου.
Συμπερασματικό σχόλιο
Ο Νόμος 4800/2021 έθεσε το θεσμικό πλαίσιο, όμως η ουσιαστική δικαιοσύνη δεν απονέμεται αυτόματα από το γράμμα των διατάξεων· κατακτάται καθημερινά, με αμετακίνητη δικονομική συνέπεια, εντός των δικαστηρίων. Απέναντι στις στρεβλώσεις που γεννά η ορθολογική αποδιοργάνωση της οικογενειακής κρίσης, η νομική δογματική οφείλει να λειτουργεί ως αδιαπέραστος εγγυητής των ατομικών δικαιωμάτων. Ο αγώνας για τη συνεπιμέλεια αποτελεί αδιάλλακτη διεκδίκηση της ισότιμης γονεϊκής παρουσίας, με αποκλειστικό γνώμονα τη διασφάλιση του αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος του ανηλίκου στην απρόσκοπτη και πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και από τους δύο γονείς, χωρίς διακρίσεις, στερήσεις ή εκπτώσεις.