ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΤΣΙΚΕΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2025, ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΨΥΧΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ»
Η έρευνα αναλύει πώς η γονική αποξένωση αναγνωρίζεται και αξιολογείται στην ελληνική νομοθεσία και νομολογία, καθώς και τη σύνδεσή της με τις δικαστικές ρυθμίσεις επιμέλειας και επικοινωνίας.
- Αναγνώριση της γονικής αποξένωσης
Η γονική αποξένωση δεν προβλέπεται ρητά ως ποινικό αδίκημα, αν και μπορεί να θεωρηθεί μορφή ψυχολογικής κακοποίησης στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας (Ν. 3500/2006). Στο αστικό δίκαιο, ο Ν. 4800/2021 αναγνωρίζεται έμμεσα μέσω κριτηρίων στον Αστικό Κώδικα και ρητά ως έννοια στην αιτιολογική έκθεση (χωρίς ορισμό). Τα δικαστήρια εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις και έχουν διαμορφώσει νομολογιακά κριτήρια για τη διαπίστωσή της.
- Τα βασικά κριτήρια γονικής αποξένωσης
α. Η συμπεριφορά «αποξενωτικού» γονέα περιλαμβάνει
– Παρεμπόδιση της επικοινωνίας του παιδιού με τον άλλο γονέα
– Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων
– Αρνητική επιρροή στο παιδί
– Αυθαίρετη αλλαγή κατοικίας (π.χ. μετοίκιση)
– Ψευδείς καταγγελίες κακοποίησης
β. Καταλληλότητα «αποξενωμένου» γονέα εξετάζεται αν:
– Υπήρχε στο παρελθόν θετική σχέση με το παιδί
– Δεν υπάρχει αμέλεια ή κακοποίηση που να δικαιολογεί απομάκρυνση
γ. Συμπεριφορά παιδιού:
– Άρνηση επικοινωνίας με τον γονέα, όταν θεωρείται χειραγωγημένη. H αξιολόγηση μέσω παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ακρόασης του παιδιού από τον δικαστή. Επισημαίνεται ότι σε περιπτώσεις πλήρους απομόνωσης (π.χ. απόκρυψη παιδιού), η αποξένωση είναι ακόμη πιο έντονη.
- Σχέση με δικαστικές αποφάσεις
Η γονική αποξένωση επηρεάζεται από το είδος επιμέλειας (αποκλειστική ή κοινή), τον χρόνο επικοινωνίας και κυρίως την τήρηση ή παραβίαση δικαστικών αποφάσεων. Οι ανεπαρκείς ή περιοριστικές ρυθμίσεις επικοινωνίας (χωρίς λόγο) ή συστηματική μη εφαρμογή τους μπορούν να ενισχύσουν ή να δημιουργήσουν αποξένωση.
- Νομοθετικά κριτήρια αξιολόγησης
Ο νόμος προβλέπει την κοινή ανατροφή των παιδιών μετά το χωρισμό των γονέων τους ως κανόνα και ελάχιστο χρόνο επικοινωνίας 1/3. Αυτά λειτουργούν ως βάση για να κριθεί αν υπήρξε πραγματική αποκατάσταση της σχέσης ή αν η αποξένωση παραμένει.
- Γονική αποξένωση στην Ελλάδα
Σύμφωνα με τη μελέτη των Koukoulis, Tsellou, Rougkala, Bacopoulou & Papadodima (2022) σε 50 ελληνικές δικαστικές αποφάσεις (1992–2019) σχετικές με παρεμπόδιση επικοινωνίας παιδιών με γονείς ή συγγενείς, εντοπίστηκαν ισχυρισμοί γονικής αποξένωσης που διατυπώθηκαν κυρίως από πατέρες (71,1%) και λιγότερο από μητέρες (28,9%). Τα δικαστήρια αναγνώρισαν τη γονική αποξένωση σε 57,9% των περιπτώσεων. Ως αποξενωμένοι γονείς εμφανίζονται κυρίως οι πατέρες (72,7%), αλλά και οι ισχυρισμοί μητέρων γίνονται δεκτοί σε σημαντικό ποσοστό. Ιδιαίτερο εύρημα αποτελεί ότι σε μόλις δύο υποθέσεις (4%) προβλήθηκαν ισχυρισμοί σεξουαλικής κακοποίησης (από μητέρες κατά πατέρων), οι οποίοι δεν αποδείχθηκαν, ενώ αντίθετα διαπιστώθηκε γονική αποξένωση.
Οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη για περαιτέρω μελέτη της επίδρασης της αποξένωσης στις αποφάσεις επιμέλειας, μεγαλύτερα δείγματα από αρχεία δικαστηρίων και σύγκριση πριν και μετά τον Ν. 4800/2021.
Η τρέχουσα μελέτη στην Ελληνική νομολογία (2021–2024) αναδεικνύει τη συχνότητα προβολής και την έκβαση ισχυρισμών γονικής αποξένωσης (ΓΑ) σε δίκες επιμέλειας και επικοινωνίας, σε δείγμα 607 ζευγών γονέων με 856 παιδιά. Τα βασικά ευρήματα είναι:
- Δεν προβάλλεται συχνά ισχυρισμός ΓΑ. Στην πλειονότητα των υποθέσεων (55,5% – 475 παιδιά) υπάρχει αντιδικία χωρίς καν ισχυρισμό γονικής αποξένωσης.
- Όταν προβάλλεται ισχυρισμός ΓΑ οι εκβάσεις κατανέμονται ως εξής: (α) απόδειξη γονικής αποξένωσης 9,5% (81 παιδιά), (β) απόρριψη ισχυρισμού 12,7% (109 παιδιά), (γ) «Γκρίζα ζώνη» (ατελής ή μη σαφής κρίση) 6,1% (52 παιδιά). Διαταγή πραγματογνωμοσύνης εκ μέρους του δικαστηρίου εντοπίστηκε σε 2,9% (25 παιδιά).
iii. Επιπολασμός της γονικής αποξένωσης στον ελληνικό πληθυσμό συνδυάζοντας απογραφικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2006–2023) με ευρήματα της μελέτης:
– Δημογραφική βάση: 1.729.205 γεννήσεις και περίπου 1.253.047 γονείς, όπου 40,54% των οικογενειών είναι χωρισμένες. Εκτιμώνται 701.020 παιδιά χωρισμένων γονέων και 507.985 χωρισμένοι γονείς.
– Εκτίμηση γονικής αποξένωσης: Με βάση τα ποσοστά της μελέτης υπάρχουν 66.597 (9,5%) αποξενωμένα παιδιά (3,85% του συνόλου των παιδιών). Αντιστοίχως 52.830 (10,4%) αποξενωμένοι γονείς (4,22% του συνόλου των γονέων). Παρά το ότι τα δεδομένα προέρχονται από δικαστικές υποθέσεις η βιβλιογραφία δείχνει ότι τα ποσοστά αποξένωσης δεν διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ οικογενειών με δικαστική διαμάχη και οικογενειών χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια.
– Η γονική αποξένωση στην Ελλάδα αποτελεί υπαρκτό και μετρήσιμο κοινωνικό φαινόμενο, επηρεάζει δεκάδες χιλιάδες παιδιά και γονείς, και εμφανίζει ποσοστά αντίστοιχα με άλλες δυτικές χώρες, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία της εκτίμησης.
Η γονική αποξένωση στην Ελλάδα αναγνωρίζεται έμμεσα αλλά ουσιαστικά από τη νομοθεσία, προσδιορίζεται μέσω συγκεκριμένων συμπεριφορών γονέων και παιδιού και αξιολογείται από τα δικαστήρια με βάση της σχέσης γονέα–παιδιού, τα πραγματικά περιστατικά και την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων.
- Αποτελέσματα έρευνας
Η εργασία αποτελεί την πρώτη συστηματική στατιστική αποτύπωση στην Ελλάδα των ισχυρισμών γονικής αποξένωσης στη νομολογία, του βαθμού δικαστικής αποδοχής τους και της έκτασης του φαινομένου σε σύγκριση με διεθνείς επιστημονικές και νομικές εξελίξεις. Παράλληλα, επιχειρεί σύνδεση μεταξύ δικαστικής πρακτικής και παιδοψυχιατρικής επιστήμης (διεθνής βιβλιογραφία).Πρόκειται για εμπειρική τεκμηρίωση (και όχι θεωρητική προσέγγιση) του φαινομένου στην Ελλάδα.
6.α Συχνότητα ισχυρισμών γονικής αποξένωσης (1ο ερώτημα).
Ισχυρισμοί γονικής αποξένωσης εξετάζονται στο 32,5% των γονέων και στο 31,2% των παιδιών. Εξ αυτού, η γονική αποξένωση δεν είναι περιθωριακό φαινόμενο, αλλά εμφανίζεται σε σχεδόν 1 στις 3 υποθέσεις. Τα ελληνικά ποσοστά ευθυγραμμίζονται με χώρες όπως τον Καναδά (~32%), Αυστραλία (~31%), είναι υψηλότερα από τις ΗΠΑ (~22%) αλλά χαμηλότερα από ακραίες καταγραφές (π.χ. Μελβούρνη ~62,5%). Η Ελλάδα κινείται εντός διεθνούς κανονικότητας των δυτικών χωρών.
6.β. Δικαστική αποδοχή ισχυρισμών (2ο ερώτημα)
Επί των υποθέσεων όπου προβάλλονται ισχυρισμοί, γίνονται δεκτοί για 32% των γονέων και για 30,3% των παιδιών, δηλαδή περίπου 1 στους 3 ισχυρισμούς επιβεβαιώνεται δικαστικά. Αν εξεταστεί στο σύνολο όλων των υποθέσεων προκύπτει ότι στην Ελλάδα το 10,4% του πληθυσμού είναι αποξενωμένοι γονείς και το 9,5% των ανήλικων είναι αποξενωμένα παιδιά. Ήτοι, περίπου 1 στα 10 παιδιά που εμπλέκονται σε δικαστικές διαμάχες εμφανίζουν δικαστικά επιβεβαιωμένη αποξένωση.
6.γ. Φύλο γονέων και αποξένωση
Υποβολή ισχυρισμών γονικής αποξένωσης γίνεται κατά 82,2% από πατέρες και 17,8% από μητέρες, με τους πατέρες να προσφεύγουν πολύ συχνότερα στα δικαστήρια. Τα δικαστήρια αποδέχονται τη συνθήκη της γονικής αποξένωσης κατά 33,8% σε πατέρες και 42,9% σε μητέρες. Αν και οι πατέρες καταθέτουν περισσότερους ισχυρισμούς, οι μητέρες έχουν ελαφρώς μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας. Η αποξένωση αφορά κυρίως τη σχέση παιδιού – πατέρα (αποξενωμένος πατέρας: 79%, αποξενωμένη μητέρα: 21%). Σημαντική εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις παιδιών εκτός γάμου, όπου η αποδοχή ισχυρισμών γονικής αποξένωσης από τα δικαστήρια είναι στο 50% (ενώ στα παιδιά εντός γάμου 31,1%)
6.δ. Κεντρικά συμπεράσματα
Η γονική αποξένωση είναι συχνό φαινόμενο και εμφανίζεται σε μεγάλο ποσοστό υποθέσεων. Δεν πρόκειται για “μύθο” ή σπάνια κατάσταση, αλλά επιβεβαιώνεται δικαστικά σε σημαντική κλίμακα. Η ελληνική πραγματικότητα δεν διαφέρει από τη διεθνή καθώς υπάρχει σαφής σύγκλιση με δυτικές χώρες. Η αποξένωση αφορά κυρίως πατέρες (τόσο σε ισχυρισμούς όσο και σε επιβεβαιωμένα περιστατικά). Οι δικαστικές αποφάσεις δείχνουν σχετική ουδετερότητα και δεν εμφανίζεται έντονη μεροληψία φύλου, Η πιο ευάλωτη κατηγορία αφορά στα παιδιά εκτός γάμου, όπου εμφανίζουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο αποξένωσης.
- Αποξενωτικές Τακτικές
Σε αντίθεση με τη διεθνή βιβλιογραφία που εστιάζει κυρίως στις ψευδείς καταγγελίες κακοποίησης, η παρούσα μελέτη διευρύνει το πεδίο και εξετάζει ολόκληρο φάσμα αποξενωτικών συμπεριφορών, όπως παραβίαση δικαστικών αποφάσεων επικοινωνίας, μεταβολή τόπου διαμονής, χειραγώγηση παιδιών και καταγγελίες βίας (σεξουαλικής και σωματικής). Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη χαρτογράφηση μηχανισμών αποξένωσης.
7.α. Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων επικοινωνίας
Αφορά 74,7% των αποξενωμένων παιδιών (3 στα 4) με μέση διάρκεια τα 2,5 έτη. Επομένως σε περιπτώσεις αποξένωσης η παραβίαση δικαστικών αποφάσεων επικοινωνίας είναι πολύ συχνότερη και μακροχρόνια. Οι παραβιάσεις αυτές πραγματοποιούνται κυρίως από μητέρες [63,4% vs 11,3% (σε αποξένωση), 32,4% vs 3,8% (συνολικά)]. Η μη εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων αποτελεί κεντρικό μηχανισμό παραγωγής και συντήρησης αποξένωσης και αναδεικνύεται σε σοβαρό θεσμικό έλλειμμα επιβολής του δικαίου.
7.β. Αυθαίρετη μεταβολή τόπου διαμονής
Η μεταβολή τόπου διαμονής επηρεάζει το 38,3% των αποξενωμένων παιδιών (1 στα 3) και αφορά σε μετακίνηση εντός Ελλάδας (28,4%) και μετακίνηση στο εξωτερικό (13,6%). Πρόκειται για συνειδητή στρατηγική παρεμπόδισης επικοινωνίας μέσω της γεωγραφικής απομόνωσης του παιδιού.
7.γ. Χειραγώγηση παιδιού – άρνηση επικοινωνίας
Άρνηση επικοινωνίας εντοπίζεται στο 100% των αποξενωμένων παιδιών έναντι του 44,7% των μη αποξενωμένων. Αιτία είναι η γονική χειραγώγηση στο 71,6% των αποξενωμένων παιδιών και μόλις 19,4% των μη αποξενωμένων. Χειραγώγηση ασκείται κατά 38,3% από μητέρες, κατά 14,8% από πατέρες, κατά 18,5% από αμφοτέρους και κατά 25,9% από άγνωστες πηγές. Αντιστοίχως το 41,2% των παιδιών δηλώνουν προτίμηση στον αποξενωτικό γονέα, ενώ μόνο 35,3% κρίνονται ως ανεπηρέαστα. Επομένως, η βούληση του παιδιού συχνά δεν είναι αυθεντική, αλλά προϊόν επιρροής. Συμπερασματικά η χειραγώγηση αποτελεί πυρήνα του φαινομένου και επηρεάζει ακόμη και την αξιολόγηση από τα δικαστήρια.
7.δ. Ψευδείς καταγγελίες κακοποίησης
Στην Ελληνική πραγματικότητα η συχνότητα καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση είναι 14%, για σωματική κακοποίηση παιδιού 18,2% και σωματική κακοποίηση γονέα 21,5%. Εξ αυτών αποδεικνύεται 0% σεξουαλική κακοποίηση, 3,7% σωματική κακοποίηση παιδιού και 4,9% ενδοοικογενειακή βία, αναδεικνύοντας τεράστια απόκλιση μεταξύ καταγγελίας και απόδειξης. Κρίσιμο συμπέρασμα αποτελεί ότι οι καταγγελίες αυτές είναι κατά κανόνα προσχηματικές και λειτουργούν ως «όπλο» στη δικαστική διαμάχη και ως μέσο αποκλεισμού του άλλου γονέα.
7.ε. «Εκστρατεία δυσφήμησης» και νομική επιθετικότητα
Οι ψευδείς καταγγελίες κυρίως από μητέρες κατά πατέρων [92,6% (σεξουαλική κακοποίηση), 77,8% (σωματική κακοποίηση παιδιού) και 84,2% (βία μεταξύ γονέων)], με χαμηλά ποσοστά απόδειξης (0% έως ~21%).Πρόκειται για συστηματική απονομιμοποίηση του άλλου γονέα. Ο γονέας που προβαίνει σε ψευδείς καταγγελίες πρακτικά κάνει κατάχρηση των δικαστηρίων, των εισαγγελικών αρχών και των κοινωνικών υπηρεσιών, με στόχο την περιθωριοποίηση του αποξενωμένου γονέα.
Η γονική αποξένωση δεν προκύπτει τυχαία αλλά μέσω οργανωμένων πρακτικών, με κυριότερες την παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, τη χειραγώγηση των παιδιών, τη γεωγραφική απομόνωσή τους και την εργαλειοποίηση καταγγελιών κακοποίησης, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό δεν επιβεβαιώνονται δικαστικά, στοιχείο που καταδεικνύει την ανάγκη θεσμικής θωράκισης και ουσιαστικής προστασίας του δικαιώματος του παιδιού και των δύο γονέων.
- Έλλειψη ευθύνης αποξενωμένου γονέα (estrangement)
Τα ευρήματα της ανάλυσης του δείγματος των δικαστικών αποφάσεων αναδεικνύει καταλληλότητα αμφότερων γονέων για επιμέλεια (90%). Estrangement παρατηρείται στο 27,7%. Στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων ο αποξενωμένος γονέας δεν φέρει ευθύνη για τη διάρρηξη της σχέσης του με το παιδί. Η αποξένωση δεν είναι αποτέλεσμα ανεπάρκειας του αποξενωμένου γονέα αλλά προϊόν εξωτερικής παρέμβασης.
- Χρονικά χαρακτηριστικά της γονικής αποξένωσης
Η γονική αποξένωση ξεκινά σχεδόν άμεσα μετά τον χωρισμό με την πιο κρίσιμη ηλικία του παιδιού να είναι τα 5-6 έτη, όπου παρουσιάζει υψηλή ευαλωτότητα και μεγάλη χειραγωγησιμότητα. Παρατηρείται μεγάλη διάρκεια μέχρι τη δικαστική κρίση (περίπου 3 έτη αποξένωσης πριν απόφαση). Η συνθήκη αυτή οδηγεί σε παγίωση της κατάστασης και την ενίσχυση του δεσμού με τον αποξενωτικό γονέα. Εν συνεχεία τα δικαστήρια συχνά ερμηνεύουν την ήδη διαμορφωμένη κατάσταση ως «σταθερότητα» και «καθημερινότητα του παιδιού» και τη χρησιμοποιούν για διατήρηση της επιμέλειας στον αποξενωτικό γονέα. Πρακτικά η καθυστέρηση της δικαιοσύνης δεν είναι ουδέτερη αλλά λειτουργεί υπέρ της αποξένωσης.
- Αποκλειστική επιμέλεια πριν τη δίκη
Το 81,5% των αποξενωμένων παιδιών βρίσκονταν ήδη υπό αποκλειστική επιμέλεια αποξενωτικού γονέα. Η αποκλειστική επιμέλεια δημιουργεί ανισορροπία εξουσίας και επιτρέπει τον έλεγχο του παιδιού, τον περιορισμό της επικοινωνίας με τον άλλο γονέα και την χειραγώγηση, κατ’ αυτό τον τρόπο αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα αποξένωσης.
- Γνώμη παιδιού και δικαστικές αποφάσεις
Οι ανήλικοι προτιμούν τον ήδη έχοντα την επιμέλεια γονέα. Αντιστοίχως το 85,4% των αποφάσεων ακολουθούν τη γνώμη παιδιού (67,6% υπέρ του πατέρα και 98,3% υπέρ της μητέρας). Αυτό αναδεικνύει ένα διπλό φαινόμενο – αφενός επιτρέπεται η χειραγώγηση της γνώμης του παιδιού, αφετέρου παρατηρείται δικαστική προσκόλληση στη γνώμη αυτή. Οι στατιστικές εκτός Ελλάδας δείχνουν ότι η γνώμη του παιδιού σε περιπτώσεις αναφορών γονικής αποξένωσης, η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη μόνο στο 20,8% των περιπτώσεων ενώ στο 79,2% απορρίπτεται ως μη αυθεντική. Στην Ελληνική πραγματικότητα τα ελληνικά δικαστήρια δίνουν πολύ μεγαλύτερο βάρος στη γνώμη παιδιού ακόμη και όταν ενδέχεται να είναι επηρεασμένη.
- Ρόλος πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδοτήσεων
Στις περισσότερες δυτικές χώρες έχουμε υψηλή χρήση πραγματογνωμοσύνης (Αυστραλία έως 86,5%, Καναδά 65,1%, Ισπανία 65–70%) συμβάλλοντας σημαντικά στη διάγνωση της γονικής αποξένωσης (έως ~65%), λειτουργώντας ως κεντρικό αποδεικτικό εργαλείο.
Στην Ελληνική πραγματικότητα χρήση πραγματογνωμοσύνης εντοπίζεται μόνο στο 21,1% των υποθέσεων. Ακόμα και όταν παρατηρούνται συνθήκες γονικής αποξένωσης το εργαλείο της πραγματογνωμοσύνης χρησιμοποιείται μόλις στο 49,4% των υποθέσεων.
- Δικαστικά μέτρα μετά τη διαπίστωση αποξένωσης
Η διαπίστωση γονικής αποξένωσης από τα δικαστήρια δεν οδηγεί συστηματικά σε ουσιαστική αποκατάσταση των σχέσεων γονέα – τέκνου.
13.1. Μεταβολή επιμέλειας
Σε διεθνές επίπεδο σε ποσοστό ~45,2% παρατηρείται μεταβολή επιμέλειας υπέρ αποξενωμένου και λειτουργεί ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης του φαινομένου. Στην Ελλάδα μεταβολή επιμέλειας συναντάμε μόλις στο 22,2% των περιπτώσεων και αφορά 1 στα 5 παιδιά που βιώνουν γονική αποξένωση. Το σκεπτικό άρνησης λήψης μέτρων για την αποκατάσταση των σχέσεων γονέα τέκνου από τα ελληνικά δικαστήρια είναι η «σύγκρουση γονέων» και η «σταθερότητα παιδιού». Το επιχείρημα της σταθερότητας βασίζεται σε μια κατάσταση που δημιούργησε η αποξένωση, δημιουργώντας νομική αντίφαση μεταξύ των άρθρων 1514 του ΑΚ (δεσμοί) και 1532 του ΑΚ (κακή άσκηση γονικής μέριμνας).
13.2. Χρόνος επικοινωνίας
Στην Ελλάδα μετά τη δικαστηριακή αναγνώριση του φαινομένου παρατηρείται κατά 51,5% καμία αύξηση του χρόνου επικοινωνίας με τον γονέα που αποξενώνεται και κατά 48,5% κάποια αύξηση αυτού, καθιστώντας την παρέμβαση ανεπαρκή. Σε σύγκριση με το εξωτερικό σε αντίστοιχες περιπτώσεις υπάρχει αύξηση χρόνου επικοινωνίας κατά 58% στις ΗΠΑ και 32,5% στον Καναδά. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν ενισχύουν ενεργά την επανασύνδεση.
13.3. Περιορισμοί επικοινωνίας
Εμφανίζεται πρακτική επιβολής περιορισμών στην επικοινωνία των γονέων που αντιμετωπίζουν πρακτικές γονικές αποξένωσης (στο 34,7% των αποφάσεων). Τα συνηθέστερα μέτρα είναι η απαγόρευση διανυκτέρευσης (12%), η παρουσία τρίτων (8%) και οι περιορισμοί μετακίνησης. Περιορισμοί εφαρμόζονται κατά 39,7% στους πατέρες και κατά 8,3% στις μητέρες. Αντί να αποκατασταθεί η σχέση επιβάλλονται επιπλέον περιορισμοί.
13.4. Αναγραφή ή όχι του όρου «γονική αποξένωση»
Σε 48,1% των περιπτώσεων δεν αναγράφεται ο όρος γονική αποξένωση στις απόφάσεις παρότι πληρούνται τα κριτήρια. Τα δικαστήρια φαίνεται να εφαρμόζουν ουσιαστικά τα κριτήρια αλλά να αποφεύγουν τον όρο, οδηγώντας έτσι σε ατελή κατανόηση και ασυνέπεια στη νομική αντιμετώπιση.
13.4. Συνέπειες μη αναγραφής του όρου
Παρατηρείται επίσης πως όταν αναγράφεται ο όρος έχουμε αυξημένη μεταβολή επιμέλειας και αύξηση του χρόνου επικοινωνίας. Όταν όμως δεν αναγράφεται διατηρείται η επιμέλεια στον αποξενωτή γονέα και μειώνονται τα δικαιωμάτων του αποξενωμένου γονέα.
14.Τελικά Συμπεράσματα
14.1. Δεν τεκμηριώνεται γενικευμένη δικαστική προκατάληψη φύλου
Η μελέτη καταλήγει, κατ’ αρχάς, σε ένα σημαντικό και ισορροπημένο συμπέρασμα: τα στατιστικά δεδομένα δεν επιτρέπουν να υποστηριχθεί μια γενικευμένη, οριζόντια προκατάληψη των ελληνικών δικαστηρίων λόγω φύλου, ούτε σε βάρος των πατέρων ούτε σε βάρος των μητέρων. Αυτό στηρίζεται στο ότι τα ποσοστά αποδοχής ή απόρριψης ισχυρισμών γονικής αποξένωσης δεν διαφέρουν δραματικά ανάλογα με το αν οι ισχυρισμοί προέρχονται από πατέρα ή μητέρα, άρα δεν προκύπτει από τα δεδομένα μία απλουστευτική εικόνα «συστημικού αντιπατρικού» ή «αντιμητρικού» δικαστικού αντανακλαστικού.
Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι οι αποξενωμένοι γονείς είναι συχνότερα πατέρες και αντίστοιχα οι αποξενωτικοί γονείς συχνότερα μητέρες, όχι απαραίτητα λόγω προκατάληψης των δικαστών, αλλά ως δομικό χαρακτηριστικό του φαινομένου, όπως αυτό εμφανίζεται διεθνώς. Το πρόβλημα δεν ερμηνεύεται επαρκώς με όρους «σεξιστικής δικαιοσύνης», αλλά με όρους λειτουργίας του συστήματος επιμέλειας και επικοινωνίας.
14.2. Το βασικό πρόβλημα είναι ο «γραμμικός» μηχανισμός παραγωγής της αποξένωσης
Το κεντρικό θεωρητικό και πρακτικό συμπέρασμα του κειμένου είναι ότι η γονική αποξένωση στην ελληνική νομολογία εμφανίζεται ως ένας γραμμικός αιτιώδης κύκλος, ο οποίος λειτουργεί σχεδόν ανεξάρτητα από το φύλο του δικαστή, το φύλο του παιδιού, το φύλο του γονέα. Ο μηχανισμός αυτός περιγράφεται ως εξής:
Στάδιο 1: Αποκλειστική επιμέλεια
Όταν ο ένας γονέας έχει είτε δικαστικά ανατεθειμένη, είτε συμφωνημένη, είτε εν τοις πράγμασιν ασκούμενη αποκλειστική επιμέλεια, αποκτά καθημερινή προνομιακή σχέση με το παιδί ως «βασικός φροντιστής».
Στάδιο 2: Δυνατότητα χειραγώγησης
Η σχέση αυτή του επιτρέπει, εφόσον το επιλέξει, να αποδυναμώσει τη σχέση του παιδιού με τον άλλο γονέα, περιορίσει πρακτικά την επικοινωνία, επηρεάσει τη στάση, τη γλώσσα και τις συναισθηματικές αντιδράσεις του παιδιού.
Στάδιο 3: Χειραγωγημένη γνώμη παιδιού
Το παιδί, όταν έρχεται σε επαφή με τον δικαστή, εκφράζει συχνά μία μη αυθεντική αλλά χειραγωγημένη προτίμηση υπέρ του γονέα με τον οποίο ήδη διαμένει.
Στάδιο 4: Δικαστική αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης
Το δικαστήριο, αντί να διερευνήσει σε βάθος αν η γνώμη αυτή είναι αυθεντική, αν υπάρχει προηγούμενη αποξενωτική συμπεριφορά, ή/και αν η υφιστάμενη «σταθερότητα» είναι προϊόν κακοποίησης της γονικής σχέσης, συχνά ακολουθεί το σχήμα «το παιδί έχει στενότερους δεσμούς με τον έναν γονέα» και «δεν πρέπει να διαταραχθεί η καθημερινότητά του» και έτσι διατηρεί την επιμέλεια στον αποξενωτικό γονέα.
Στάδιο 5: Συνέχιση της αποξένωσης
Ακόμη και όταν προβλέπεται επικοινωνία με τον άλλο γονέα αυτή συχνά παραβιάζεται, οι κυρώσεις είναι ανεπαρκείς, οι υπηρεσίες δεν αντιδρούν αποτελεσματικά, και έτσι η αποξένωση μονιμοποιείται. Αυτός είναι ο «φαύλος κύκλος» που η μελέτη θεωρεί κεντρικό πρόβλημα.
14.3. Η ελληνική νομολογία συχνά διαπιστώνει την αποξένωση, αλλά δεν τη θεραπεύει
Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία του κειμένου είναι ότι τα ελληνικά δικαστήρια πολλές φορές αναγνωρίζουν στην πράξη το φαινόμενο, είτε ρητά, είτε έμμεσα, περιγράφοντας τα κριτήριά του, αλλά δεν προχωρούν στις αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις. Δηλαδή, ενώ τα δικαστήρια συχνά δέχονται ότι υπάρχει άρνηση του παιδιού προς τον έναν γονέα, έχουν προηγηθεί αποξενωτικές τακτικές, δεν υπάρχει ουσιαστική υπαιτιότητα του αποξενωμένου γονέα, παρ’ όλα αυτά δεν μεταβάλλουν την επιμέλεια, δεν ενισχύουν επαρκώς την επικοινωνία, δεν αίρουν τους περιορισμούς, και σε αρκετές περιπτώσεις προσθέτουν νέους περιορισμούς. Η μελέτη βλέπει εδώ μια εσωτερική αντίφαση της νομολογίας – αναγνωρίζεται ένα πρόβλημα, αλλά επιλέγεται λύση που το διαιωνίζει.
14.4. Οι περιορισμοί επικοινωνίας συχνά λειτουργούν αντιθεραπευτικά
Το κείμενο αναδεικνύει ότι τα δικαστήρια αρκετές φορές δεν αρκούνται στο να μη διορθώσουν την κατάσταση, αλλά επιβάλλουν και μη λειτουργικούς περιορισμούς επικοινωνίας, όπως απαγόρευση διανυκτέρευσης, παρουσία τρίτων, παρουσία του ίδιου του αποξενωτικού γονέα, υποχρεωτική συνδρομή ειδικού ή κοινωνικής υπηρεσίας χωρίς ολοκληρωμένο πλαίσιο εφαρμογής. Αυτοί οι περιορισμοί δεν αποκαθιστούν τον δεσμό, δεν προωθούν την επανένταξη του παιδιού στη σχέση με τον αποξενωμένο γονέα, και συχνά νομιμοποιούν ως “επικίνδυνη” ή “προβληματική” μια σχέση που έχει ήδη υπονομευθεί τεχνητά.
14.5. Η μεγάλη αδυναμία του συστήματος είναι η εφαρμογή των αποφάσεων
Ακόμη και όπου εκδίδονται ευνοϊκές ή έστω ανεκτές αποφάσεις για επικοινωνία, η μελέτη τονίζει ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους αποξενωτικούς γονείς, χωρίς να υπάρχουν επαρκείς αστικές κυρώσεις, αποτελεσματικές ποινικές συνέπειες, μηχανισμοί άμεσης εποπτείας, συντονισμένη παρέμβαση εισαγγελικών, κοινωνικών και ψυχικής υγείας υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικανικό αλλά και θεσμικό – το σύστημα αποτυγχάνει όχι μόνο να διαγνώσει έγκαιρα, αλλά και να επιβάλει στην πράξη αυτό που αποφασίζει.
14.6. Ο πραγματικός λόγος αποτυχίας: έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης
Η μελέτη αναδεικνύει ότι η βασικότερη αιτία για την αδυναμία των δικαστηρίων να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη γονική αποξένωση είναι η ανεπάρκεια εξειδικευμένης θεωρητικής και κλινικής γνώσης. Συγκεκριμένα, εντοπίζει:
α) Έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης
Οι δικαστές δεν φαίνεται να έχουν συστηματική κατάρτιση στην παιδοψυχιατρική, στα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των παιδιών, στα μοτίβα χειραγώγησης και ψυχολογικής εξάρτησης.
β) Έλλειψη κλινικής εμπειρίας
Δεν διαθέτουν πρακτική εξοικείωση με την παρατήρηση αποξενωμένων παιδιών, την ανάγνωση της μη λεκτικής συμπεριφοράς, τη διάκριση ανάμεσα σε αυθεντική και επηρεασμένη παιδική βούληση.
γ) Ερμηνευτική υπεκφυγή
Γι’ αυτό συχνά αποδίδουν τα φαινόμενα αόριστα σε «συγκρουσιακές σχέσεις γονέων», εξισώνοντας ουσιαστικά τον θύτη με το θύμα της αποξενωτικής δυναμικής. Αυτή η ουδέτερη, αφηρημένη γλώσσα συγκαλύπτει την αιτιότητα και εμποδίζει τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων.
14.7. Υπάρχει σαφής απόκλιση από την αλλοδαπή νομολογία
Το μελέτη υπογραμμίζει ότι η ελληνική πρακτική υπολείπεται σημαντικά της αλλοδαπής νομολογίας ως προς τη μεταβολή επιμέλειας, την αύξηση του χρόνου επικοινωνίας, τη δομημένη χρήση πραγματογνωμοσύνης, και την ενεργή αποκατάσταση του δεσμού παιδιού – αποξενωμένου γονέα. Δηλαδή, ενώ σε άλλες έννομες τάξεις η διαπίστωση αποξένωσης οδηγεί συχνότερα σε αλλαγή επιμέλειας, ενίσχυση του χρόνου του αποξενωμένου γονέα, εφαρμογή θεραπευτικών ή επανορθωτικών παρεμβάσεων, στην Ελλάδα κυριαρχεί η λογική «διατήρηση της ήδη διαμορφωμένης πραγματικότητας», ακόμη κι όταν αυτή είναι προϊόν αποξένωσης.
14.8. Δεν υπάρχει θεσμός παρακολούθησης της εφαρμογής των αποφάσεων
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό τελικό συμπέρασμα είναι ότι το ελληνικό σύστημα δεν έχει ενσωματωμένο μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής των οικογενειακών αποφάσεων. Η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη το δικαστήριο που εκδίδει την απόφαση, ιδανικά ο ίδιος δικαστής, να έχει τη δυνατότητα να εποπτεύει την τήρησή της, να υποστηρίζεται από παιδοψυχίατρο, να επανέρχεται αυτεπαγγέλτως για βελτιώσεις ή διορθώσεις. Χωρίς έναν τέτοιο μηχανισμό η απόφαση μένει στα χαρτιά, η αποξένωση εξελίσσεται ανεμπόδιστα, και η επόμενη δίκη βρίσκει το παιδί ήδη βαθύτερα απομακρυσμένο.
14.9. Η μελέτη προτείνει σαφείς κατευθύνσεις μεταρρύθμισης
Θεσμικά / νομοθετικά προτείνονται νέοι κανόνες οικογενειακού δικαίου, αποτελεσματικές κυρώσεις για παραβίαση επικοινωνίας, σαφές πλαίσιο αρμοδιοτήτων για εισαγγελίες, κοινωνικές και ψυχικής υγείας υπηρεσίες, δημιουργία οικογενειακού δικαστηρίου.
Δικαστικά προτείνονται εξειδικευμένοι οικογενειακοί δικαστές, δυνατότητα παρακολούθησης της εφαρμογής των ίδιων τους των αποφάσεων.
Επιστημονικά προτείνεται στενότερη συνεργασία δικαστών και παιδοψυχιάτρων, οργανική ενσωμάτωση εξειδικευμένων πραγματογνωμόνων στο σύστημα.
Εκπαιδευτικά προτείνεται επιστημονική επιμόρφωση δικαστών και εισαγγελέων θεωρητικά αλλά και με κλινική/πρακτική εμπειρία.
- Συνολικά
Η γονική αποξένωση στην ελληνική νομολογία δεν αναπαράγεται κυρίως λόγω άμεσης προκατάληψης φύλου, αλλά λόγω ενός σταθερού και επαναλαμβανόμενου θεσμικού μηχανισμού: αποκλειστική επιμέλεια, χειραγώγηση του παιδιού, δικαστική αποδοχή της ήδη διαμορφωμένης πραγματικότητας, ανεπαρκής επιβολή αποφάσεων και έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης. Έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος, ο οποίος όχι μόνο δεν θεραπεύει την αποξένωση αλλά συχνά την παγιώνει. Η αποκλειστική επιμέλεια, η χειραγώγηση της γνώμης του παιδιού, η επίκληση της «σταθερότητας» και η ανεπαρκής εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων συγκροτούν έναν φαύλο κύκλο που οδηγεί στη μονιμοποίηση της αποξένωσης, με σοβαρές συνέπειες για το παιδί και τον αποκλεισμένο γονέα.
Η γονική αποξένωση στην ελληνική νομολογία δεν προκύπτει από δυσλειτουργία του αποξενωμένου γονέα, αλλά από έναν συνδυασμό έγκαιρης έναρξης αποξενωτικών πρακτικών, άσκησης αποκλειστικής επιμέλειας και καθυστέρησης της δικαστικής παρέμβασης, ενώ η – συχνά χειραγωγημένη – γνώμη του παιδιού λειτουργεί τελικά ως μηχανισμός παγίωσης της ήδη διαμορφωμένης κατάστασης. Η ελληνική νομολογία, μολονότι σε σημαντικό βαθμό διαπιστώνει τη συνδρομή των κριτηρίων της γονικής αποξένωσης και αναγνωρίζει την αξιοπιστία της επιστημονικής τεκμηρίωσης μέσω πραγματογνωμοσύνης, εντούτοις δεν προχωρά κατά κανόνα στη λήψη αποτελεσματικών διορθωτικών μέτρων, ενώ η αποφυγή ρητής αναφοράς του φαινομένου οδηγεί σε αποφάσεις που, αντί να το θεραπεύουν, τείνουν να το παγιώνουν.
Το πλήρες κείμενο της Μεταπτυχιακής εδώ.