Έρευνα – Διαταραγμένη Επικοινωνία με το Παιδί – Μπέκα Αναστασία 2005

Διατριβή: Η διαταραγμένη επικοινωνία με το παιδί μετά τη διάσπαση της συμβίωσης των γονέων ως παράγοντας κινδύνου για την ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη: συμβολή σε θέματα δικαστικής παιδοψυχιατρικής

Μπέκα, Αναστασία του Ιωάννη (2005)

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Επιστημών Υγείας. Τμήμα Ιατρικής. Τομέας Νευροεπιστημών. Κλινική Β’ Ψυχιατρική Δημοσίου Ψυχιατρείου.

Πηγή: https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/17885?lang=el#page/1/mode/2up

Περίληψη

Η μελέτη αυτή έχει ως στόχο τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη διαταραγμένη επικοινωνία γονέων και παιδιού, σε περιπτώσεις διάσπασης της γονεϊκής συμβίωσης, και στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού. Παράλληλα στοχεύει στην προσπάθεια κατανόησης της επίδρασης που έχουν οι νομικές και δικαστικές ρυθμίσεις που επιδιώκουν οι γονείς, προκειμένου ρυθμίσουν τα θέματα επιμέλειας και επικοινωνίας, καθώς και άλλα εκκρεμή μεταξύ τους θέματα, στην προσαρμογή των παιδιών τους.

Στο Γενικό Μέρος της μελέτης, αρχικά ανασκοπείται η διεθνής βιβλιογραφία, σχετικά με τις επιπτώσεις της διάσπασης της συμβίωσης των γονέων στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη των παιδιών, και παρουσιάζονται οι κυριότερες θεωρητικές απόψεις για τους παράγοντες που ευνοούν την καλύτερη έκβαση, τόσο βραχυπρόθεσμα (στην παιδική ηλικία), όσο και μακροπρόθεσμα (στην ενήλικη ζωή).

Στη συνέχεια μελετώνται αναλυτικότερα οι επιβαρυντικοί και οι προστατευτικοί παράγοντες που καθορίζουν την προσαρμογή του παιδιού, και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη του ρόλου των γονεϊκών συγκρούσεων, ιδίως αυτών που πρωτοεμφανίζονται, ή που παραμένουν, και μετά το χωρισμό. Τέλος, μελετάται η σχέση, όπως προκύπτει μέσα από τη βιβλιογραφία, της επικοινωνίας του κάθε γονέα χωριστά με το παιδί, και της επίδρασης που αυτή έχει στους διάφορους τομείς της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του παιδιού (οικογενειακή ζωή, σχολική ζωή, κοινωνικότητα, συνολική λειτουργικότητα, αυτοεκτίμηση).

Έμφαση δίνεται τόσο στην ποιότητα όσο και στην ποσότητα της επικοινωνίας. Στο τέλος του γενικού μέρους γίνεται εκτεταμένη αναφορά στις νομικές ρυθμίσεις της επιμέλειας και της επικοινωνίας των παιδιών με το γονέα που δε διαμένει μαζί τους μετά το χωρισμό, και στον τρόπο που αυτές φαίνεται να επηρεάζουν την περαιτέρω ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών.

Επίσης, περιγράφονται τα ισχύοντα στο ελληνικό δίκαιο για τα θέματα ανάθεσης της επιμέλειας και ρύθμισης της επικοινωνίας γονέωνπαιδιού, καθώς και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά τη ρύθμιση των θεμάτων αυτών. Στο Ειδικό Μέρος εκτίθενται οι συνθήκες διεξαγωγής της παρούσας εργασίας, η μέθοδος με την οποία μελετήθηκαν 63 παιδιά και οι εν διαστάσει γονείς τους, και τα κριτήρια επιλογής ή αποκλεισμού τους από τη μελέτη. Περιγράφονται επίσης τα ερωτηματολόγια που χορηγήθηκαν σε παιδιά και γονείς, οι κλινικές ημιδομημένες συνεντεύξεις με αυτά, και ο τρόπος συλλογής πολλαπλών πληροφοριών για την ποιότητα της επικοινωνίας, αλλά και για την ψυχοκοινωνική προσαρμογή. Επίσης οι στατιστικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επεξεργασία των αποτελεσμάτων (περιγραφική στατιστική, παραμετρικές και μη παραμετρικές δοκιμασίες).

Στο κεφάλαιο των αποτελεσμάτων παρατίθενται (α) τα χαρακτηριστικά του δείγματος, όσον αφορά: 1. τα δημογραφικά και άλλα στοιχεία (π.χ. χρόνος από διάσπαση γονεϊκής συμβίωσης, ενημέρωση παιδιού για απόφαση χωρισμού), όπως και 2. τις νομικές ρυθμίσεις, σχετικά με τα θέματα ανάθεσης επιμέλειας και ρύθμισης επικοινωνίας με το γονέα που δε διαμένει με το παιδί, (β) οι μετρήσεις της ποσότητας και της ποιότητας της επικοινωνίας γονέων και παιδιών του δείγματος, (γ) οι μετρήσεις της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής του παιδιού, όπως αυτή εκτιμάται από τον κάθε γονέα χωριστά και από τον ερευνητή, (δ) η σχέση της ποσότητας και ποιότητας επικοινωνίας με τον έχοντα την επιμέλεια και τον έχοντα δικαίωμα επικοινωνίας γονέα και της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής του παιδιού, και τέλος, (ε) η σχέση ανάμεσα στις νομικές ρυθμίσεις της επικοινωνίας παιδιού και γονέα που δε διαμένει μαζί του και στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού.

Στο κεφάλαιο της συζήτησης των αποτελεσμάτων γίνεται σύγκριση των ευρημάτων της μελέτης αυτής με τα αντίστοιχα άλλων ερευνών. Ειδικότερα, στη μελέτη αυτή διαπιστώθηκε ότι :

(1) Ως προς την ποσότητα της επικοινωνίας με το παιδί του γονέα που δε διαμένει μαζί του, αυτή α) δε σχετίζεται με την ηλικία και το φύλο του παιδιού, β) ελαττώνεται με το χρόνο από τη διάσπαση της γονεϊκής συμβίωσης, και γ) συνδέεται άμεσα με την ψυχοκοινωνική προσαρμογή στον κοινωνικό τομέα, και μάλιστα, όσο συχνότερα βλέπει ο γονέας το παιδί, τόσο καλύτερα προσαρμοσμένο εμφανίζεται το παιδί.

(2) Ως προς την ποιότητα της επικοινωνίας με το γονέα που έχει την επιμέλεια, αυτή συνδέεται με καλύτερη προσαρμογή του παιδιού στην οικογένεια, καλύτερη σφαιρική λειτουργικότητα και υψηλότερη αυτοεκτίμηση, όταν ο έχων την επιμέλεια γονέας είναι η μητέρα, ενώ συνδέεται με καλύτερη προσαρμογή στην οικογένεια, καλύτερη σφαιρική λειτουργικότητα, αλλά όχι και υψηλότερη αυτοεκτίμηση, όταν ο έχων την επιμέλεια είναι ο πατέρας.

(3) Ως προς την ποιότητα της επικοινωνίας με το γονέα που δε διαμένει με το παιδί, αυτή (α) σχετίζεται άμεσα με την ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού σε όλους τους τομείς που μετρήθηκαν (καλύτερη σχολική, κοινωνική και οικογενειακή προσαρμογή- καλύτερη σφαιρική λειτουργικότητα του παιδιού και υψηλότερη αυτοεκτίμηση του, όσο καλύτερη η ποιότητα επικοινωνίας), (β) τα ευρήματα αυτά αφορούν τον πατέρα, καθώς ο αριθμός των μητέρων, ως γονέων που δε διαμένουν με το παιδί, είναι μικρός για εξαγωγή στατιστικά σημαντικών συμπερασμάτων.

(4) Η ικανοποίηση, του κάθε γονέα χωριστά, από την ποσότητα και την ποιότητα επικοινωνίας του με το παιδί, φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού.

(5) Η συχνότερη προσφυγή των γονέων στο δικαστήριο για ρύθμιση των θεμάτων επιμέλειας και επικοινωνίας, όπως και οι αυξημένες δικαστικές αντιδικίες και για άλλα θέματα, συνδέεται με καλύτερη προσαρμογή των παιδιών στον ακαδημαϊκό τομέα, όπως και καλύτερη σφαιρική λειτουργικότητα και υψηλότερη αυτοεκτίμηση.

Τα ευρήματα της μελέτης αυτής συμφωνούν με αυτά άλλων μελετών στο χώρο, ως προς τη συσχέτιση της επικοινωνίας γονέων-παιδιών με την προσαρμογή των τελευταίων. Ιδιαιτερότητα παρουσιάζει το εύρημα της καλύτερης προσαρμογής, όταν υπάρχει αυξημένος βαθμός δικαστικών προσφυγών των γονέων για τα θέματα που προαναφέρθηκαν. Το εύρημα αυτό θα μπορούσε να συνδεθεί με την παρατήρηση ότι, όταν στο δείγμα της μελέτης τα θέματα επιμέλειας και επικοινωνίας έμειναν αρρύθμιστα νομικά, τότε υπήρχε παντελής έλλειψη επικοινωνίας του παιδιού με το γονέα που δε διέμενε μαζί του, η οποία έλλειψη επικοινωνίας συνδεόταν με κακή προσαρμογή του παιδιού. Εν τούτοις, και άλλοι παράγοντες ενδέχεται να παίζουν σημαντικό ρόλο. Προτείνεται π.χ. ότι η κατάθλιψη της μητέρας, η οποία και αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κακή προσαρμογή του παιδιού, μπορεί να την οδηγεί σε μικρότερο αριθμό δικαστικών προσφυγών και διεκδικήσεων.

Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη επικυρώνει την υπόθεση ότι η διαταραγμένη επικοινωνία γονέων-παιδιού μετά τη διάσπαση της γονεϊκής συμβίωσης, αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κακή ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, και ότι, όσο χειρότερη ποιοτικά και αραιότερη ποσοτικά είναι η επικοινωνία, τόσο χειρότερη είναι και η προσαρμογή. Αντίθετα, οι νομικές ρυθμίσεις και οι νομικές διαμάχες των γονέων σχετίζονται σημαντικά αλλά αρνητικά, με την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών.

Leave a reply

Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία «Κάθε παιδί χρειάζεται 2  Γονείς Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «A Child Needs 2 Parents ΑΜΚΕ»

Άρθρα

Επικοινωνία

Παναγή Τσαλδάρη 309
Νίκαια
ΤΚ: 18453

Υποστήριξη

Με ενθουσιώδεις εθελοντές, είμαστε έτοιμοι να σας στηρίξουμε οποιαδήποτε στιγμή.