Ένας Χρόνος Συνεπιμέλεια – Σύντομη Ανασκόπηση – Δουλιώτης Δημήτριος

Πηγή: https://douliotis-law.com/posts/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/?fbclid=IwAR3w_-R-gA8de2yuJ2NZuZBkI3yXdq4h6-z8wOP4RFiqJ90J0tt00a_Luiw

Ιούνιος 2023

Πέρασε πάνω από ένας χρόνος από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4800/2021 περί αναθεώρησης του Οικογενειακού Δικαίου της χώρας μας, που εισάγει την συνεπιμέλεια ως σύστημα ρύθμισης σχέσεων γονέων τέκνων. Ένας πολυαναμενόμενος νόμος που ήρθε να καθιερώσει το αυτονόητο, ήτοι την ισότιμη συμμετοχή των γονέων στην ανατροφή των τέκνων τους. Προ της ψηφίσεως του εν λόγω Νομοθετήματος είχε δημιουργηθεί έντονη πόλωση μεταξύ των υποστηρικτών και των διαφωνούντων, και φαίνεται αυτή, να διατηρείται, έως και σήμερα. Τι άλλαξε όμως με το εν λόγω Νομοθέτημα, και πως αυτό εφαρμόστηκε κατά την πρώιμη περίοδο;

Πώς διαμορφώνονται σήμερα οι προϋποθέσεις συνεπιμέλειας ανηλίκων τέκνων;

Κατά πρώτον (άρθρο 17 του Ν. 4800/2021) οι Δικαστές παρακολούθησαν μια σειρά ειδικών σεμιναρίων επιμόρφωσης στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Παρότι υπήρξε έντονη δυσαρέσκεια αναφορικά με το περιεχόμενο και την επάρκεια μιας τέτοιας επιλογής, σίγουρα κατ’ αρχήν ήταν μια κίνηση προς την σωστή κατεύθυνση. Ήτοι, o νομοθέτης αναγνώρισε ότι ο Δικαστής του Οικογενειακού Δικαίου δεν θα πρέπει να αφήνεται μόνος, παρά να λειτουργεί με την συνδρομή των ειδικών ψυχικής υγείας. Βέβαια, με το ισχύον σήμερα νομοθετικό πλαίσιο δεν δημιουργήθηκε εξειδικευμένο Οικογενειακό Δικαστήριο (ένα πάγιο και χρόνιο αίτημα) ούτε και συνδέθηκε ο Δικαστής κατά την αξιολόγηση μιας υπόθεσης, με ειδικό ψυχικής υγείας, το οποίο κρίνεται επιβεβλημένο. Έκαστος Δικαστής θα έπρεπε (πρέπει) να έχει στην ευχέρεια του, την σύντομη και αμερόληπτη εξέταση των γονέων από ειδικό ψυχικής υγείας, προκειμένου να βοηθηθεί ουσιαστικά, στην κρίση του, περί γονεϊκής κυρίως καταλληλόλητας και ακολούθως κατάφασης προϋποθέσεων συνεπιμέλειας.  Η προσφυγή κάποιου, στην αρμόδια Εισαγγελία ανηλίκων και η σχετικώς διαταχθείσα κοινωνική έρευνα, δυστυχώς αρκετές φορές αποδεικνύεται ανεπαρκής και χρονοβόρα.

Ο βασικός κανόνας που άλλαξε με το παρόν Νομοσχέδιο είναι αυτός, της κατά νομικό τεκμήριο, μετά την διάσταση ή τον χωρισμό, από κοινού και εξίσου άσκηση του συνόλου της γονικής μέριμνας από αμφότερους τους γονείς του τέκνου (Άρθρο 1513 Α.Κ.). Κατά το νέο Δίκαιο η συνεπιμέλεια είναι υποχρεωτική, με την έννοια ότι αποτελεί τμήμα της γονικής μέριμνας που υποχρεωτικά κατά νόμο ασκείται από αμφότερους τους γονείς μετά τον χωρισμό ή την διάσταση. Κατά το προγενέστερο νομικό καθεστώς η ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας και στους δύο γονείς από κοινού προϋπέθετε την συμφωνία τους. Συνεπώς η διαφορά μεταξύ του παλαιού και νέου νομικού καθεστώτος, είναι σημαντική.

Ο Ν. 4800/21 καταρχήν είναι μια καλή αφετηρία με σημαντικές αλλαγές σε σχέση με το προγενέστερο Οικογενειακό Δίκαιο, και ο οποίος όμως, οπωσδήποτε χρήζει βελτιώσεων.

 

Καταρχήν θέτει και ορίζει το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου όπως ανατρέφεται από κοινού και εξίσου από τους γονείς του και θεσπίζει την κατά νομικό τεκμήριο από κοινού άσκηση της επιμέλειας μετά την διάσταση ή τον χωρισμό των γονέων. Δηλαδή με το νέο καθεστώς αμέσως μετά τον τερματισμό της κοινής ζωής των γονέων (διάσταση-χωρισμός) οι γονείς «αυτόματα» συνασκούν την επιμέλεια του ανηλίκου μέχρι και εφόσον κάποιος εκ των δύο ζητήσει μια διαφορετική ρύθμιση και γίνει αυτή δεκτή από το Δικαστήριο (με ασφαλιστικά μέτρα για επιμέλεια τέκνου ή αγωγή).

Εξισώνει τα τέκνα εκτός γάμου με τα τέκνα εντός γάμου αποκαθιστώντας μια διαχρονική αδικία και ανατρέποντας μια εξόχως αναχρονιστική διάταξη.

Καθιστά την συνεπιμέλεια αναγκαστικού δικαίου κατ’ άρθρο 1519ΑΚ αναφορικά με όλα τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν το τέκνο. Συνεπώς σήμερα η έννοια της αποκλειστικής επιμέλειας είναι ούτως ή άλλως αποψιλωμένη κατά το ως άνω άρθρο. Ως προς τη συνεπιμέλεια και τον τόπο διαμονής τέκνου, ουσιαστικά σήμερα, ακόμα και στην περίπτωση που η αποκλειστική επιμέλεια ασκείται από τον ένα γονέα, για όλα τα ουσιώδη ζητήματα όπως ενδεικτικά ουσιώδη ζητήματα εκπαίδευσης, υγείας καθώς και ο προσδιορισμός του τόπου κατοικίας του τέκνου (εκτός πολής ή χώρας) απαιτούν την συναίνεση του άλλου γονέα ή δικαστική άδεια. Επί παραδείγματι σήμερα μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4800/21 ένας γονέας, ακόμα και αν ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια ενός τέκνου:

– Δεν μπορεί από μόνος του να αποφασίσει την μεταγραφή ενός τέκνου σε άλλο σχολείο ή να επιλέξει μόνος για την ιδιωτική ή δημόσια εκπαίδευση που θα λάβει ο ανήλικος.

– Δεν μπορεί να συναινέσει μόνος του για μια σοβαρή επέμβαση, ούτε όμως και ζητήσει την εξέταση του τέκνου από ειδικό ψυχικής υγείας, δίχως την συναίνεση του έτερου γονέα.

– Δεν μπορεί να προβεί σε ονοματοδοσία του τέκνου δίχως συναίνεση ή δικαστική άδεια.

– Δεν μπορεί να μεταβάλει τον τόπο κατοικίας του τέκνου εφόσον η μετακίνηση αυτή επηρεάζει ουσιωδώς το δικαίωμα επικοινωνίας του έτερου γονέα. Τα δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει ότι το ως άνω συμβαίνει όταν ένα τέκνο μετακινείται εκτός πόλης ή εκτός χώρας, όχι όμως όταν μετακινείται εντός πολής.

Έχουν ήδη εκδοθεί αποφάσεις κατ’ άρθρο 1519 ΑΚ και οι οποίες διατάσσουν την επιστροφή του γονέα που παράνομα μετοίκησε με το τέκνο/α, άνευ συναίνεσης ή δικαστικής άδειας, στον τελευταίο τόπο κατοικίας του. Τέτοιες αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί, σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων αλλά και σε επίπεδο προσωρινής διαταγής, από τα Πρωτοδικεία της χώρας. Η συνεπιμέλεια και ο τόπος διαμονής του τέκνου, αλλά ακόμα και η κατοχυρωμένη επικοινωνία ενός εκ των γονέων με τον τόπο διαμονής του παιδιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες.

Επίσης ουσιώδης είναι και η διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ η οποία θεμελιώνει το τεκμήριο (μαχητό) της διευρυμένης ανάγκης επικοινωνίας του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια αυτού στο 1/3 του συνολικού του χρόνου. Το τεκμήριο αυτό καθιερώθηκε μετά από ενδελεχή μελέτη όλων των πρόσφατων επιστημονικών δεδομένων που κρίνουν ότι καθίσταται επιβεβλημένο, τουλάχιστον το 35% του χρόνου του τέκνου με τον έτερο γονέα (ήτοι με αυτόν που δεν ασκεί την επιμέλεια του). Παρατηρείται ήδη μια τάση των Ελληνικών Δικαστηρίων διεύρυνσης του χρόνου επικοινωνίας με τον έτερο γονέα.

Τα δικαστήρια της χώρας κλήθηκαν να εφαρμόσουν και να ερμηνεύσουν τον νέο Νόμο, με τα πρώτα συμπεράσματα να είναι συγκρατημένα αισιόδοξα.

Αρκετοί πλέον δικαστές άκουσαν με προσοχή τα σχετικά αιτήματα, αποδεσμευμένοι από αναχρονιστικές και πεπαλαιωμένες αντιλήψεις. Φαίνεται ότι μέρος του δικαστικού σώματος έχει πλέον ευθυγραμμιστεί, τόσο με την επιταγή του νέου Νόμου που καθιερώνει την συνεπιμέλεια ως καταρχήν βέλτιστη λύση για τα τέκνα, όσο και με τα νέα κοινωνικά δεδομένα που θέλουν αρκετούς πατέρες να επιθυμούν έναν πιο ενεργό ρόλο στην καθημερινότητα και ανατροφή των τέκνων τους. Φυσικά ο δικαστής, κατόπιν αιτήματος και εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες, και κατόπιν στάθμισης, μπορεί να απομακρυνθεί από την κατά νομικό τεκμήριο πλέον, συνάσκηση της επιμέλειας. Φυσικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστή θα πρέπει να ασκείται αιτιολογημένα, μόνον, όταν οι ειδικές συνθήκες της υπόθεσης, το απαιτούν. Παρότι μετά την θέση σε εφαρμογή του Ν. 4800/2021 εκδόθηκαν αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων για επιμέλεια τέκνου (ακόμα και σε επίπεδο προσωρινής διαταγής) ή οριστικής κρίσης που έκαναν δεκτό το αίτημα από κοινού και εξίσου άσκησης της επιμέλειας, δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις που το σχετικό αίτημα απορρίφθηκε, ακόμα και όταν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις συνεπιμέλειας πληρούνταν. (για τις προϋποθέσεις συνεπιμέλειας θα μιλήσουμε παρακάτω)

Η συμφωνία των γονέων για την από κοινού άσκηση της επιμέλειας ήτο προϋπόθεση, κατά το προγενέστερο Νομικό, γεγονός το οποίο σήμερα έχει καταργηθεί. Παρότι όμως νομικά δεν υφίσταται, έχουν εκδοθεί αρκετές αποφάσεις αποκλειστικής ανάθεσης της επιμέλειας, με το σκεπτικό ότι οι σχέσεις των γονέων είναι τεταμένες. Κάτι τέτοιο όμως είναι εσφαλμένο, και επί της ουσίας αποτελεί παρέκκλιση από το Νόμο 4800/2021.

Η βασικότερη παρανόηση είναι πως η συνεπιμέλεια προαπαιτεί την καλή συνεννόηση ή και αγαστή συνεργασία, ενώ στην πραγματικότητα είναι η ίδια η συνεπιμέλεια που οδηγεί στην καλή συνεργασία δια της ισότητας, ίσης αφετηρίας και οριοθέτησης της θέσης ισχύος του ενός γονέα.

Θα αναφέρω ένα παράδειγμα από πρόσφατη υπόθεση του γραφείου μας. Εντολέας με ιδιαίτερα συγκρουσιακή σχέση με την αντίδικο και σύζυγο του, μετά την έκδοση της απόφασης συνεπιμέλειας, βελτιώθηκε σημαντικά η σχέση αυτή και κατέστη λειτουργική. Οι γονείς άρχισαν να μιλάνε, να ενημερώνουν ο ένας τον άλλο και να συζητούν για το καλό του τέκνου. Αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα είναι πως «Η συνεπιμέλεια είναι η προϋπόθεση της καλής συνεργασίας και όχι το αντίθετο». Η συνεπιμέλεια οριοθετεί τους γονείς και τους τοποθετεί ισότιμα απέναντι στο τέκνο τους. Με αυτόν τον τρόπο κατευνάζει την αδικία και την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης.

«Αν τελικώς υιοθετηθεί η άποψη της προϋπόθεσης της καλής συνεργασίας για την συνεπιμέλεια, τότε η αλλαγή του νόμου, ύστερα από 40 χρόνια, θα είναι κενή περιεχομένου», όπως ορθά παρατηρεί ο έμπειρος και ριξικέλευθος εφέτης Κος Βαλμαντώνης.

 

«Η απλή σύγκρουση μεταξύ των γονέων, δεν μπορεί να αποκλείσει την από κοινού άσκηση της επιμέλειας, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα καθιστούσε δυσχερή την υιοθέτηση της πρωταρχικής αυτής επιλογής. Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των γονέων δεν μπορεί να εμποδίσει το σύστημα της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας που ο Ν. 4800/2021 προωθεί, όπως οι λοιπές Ευρωπαϊκές Νομοθεσίες, θέτοντας ως γνώμονα και μοναδικό περιορισμό το συμφέρον του παιδιού […]  «Οι γονείς παρά τη διάρηξη των διαπροσωπικών σχέσεων, οφείλους προς όφελος του συμφέροντος του τέκνου να πράξουν ό,τι είναι δυνατό για να υπερβούν τα εμπόδια άσκησης της κοινής γονικής μέριμνας. Για το λόγο αυτό δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή οι αναμενόμενες έριδες που προέρχονται από τη ματαίωση των προσωπικών προσδοκιών λόγω της διάσπασης του έγγαμου βίου. […] για την μη επιλογή της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, συμφωνα και με την αλλοδαπή νομολογία, απαιτείται να συντρέχει μια βαριά και μόνιμη ρήξη της σχέσης των γονέων που προκαλεί συγκεκριμένη ζημιά στο τέκνο…η επιλογή της ύστατης λύσης της αποκλειστικής επιμέλειας, συνιστά μια έντονη παρέμβαση στο δικαίωμα του γονέα, διότι δεν πρόκειται για ανάθεση αλλά στην ουσία για άρση της κοινής επιμέλειας και για το λόγο αυτό απαιτείται ειδική αιτιολόγηση.»

Σημαντικό είναι επίσης να αποσαφηνιστεί ότι η από κοινού άσκηση της επιμέλειας των τέκνων (συνεπιμέλεια) αφορά την λήψη όλων των αποφάσεων για τα τέκνα από αμφότερους τους γονείς και όχι τον εξίσου επιμερισμό του χρόνου τους, με τους γονείς τους. Συναντώνται ήδη στην Νομολογία αποφάσεις συνεπιμέλειας με επιμερισμό του χρόνου σε διαφορετική ποσόστωση, ανάλογα με τις συνθήκες καθημερινότητας και εργασίας των γονέων τους.

« ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ »

Ποιες είναι όμως οι βασικές προϋποθέσεις συνεπιμέλειας όπως φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται στην τρέχουσα νομολογία των οικογενειακών δικαστηρίων της χώρα;

Συνοπτικά οι προϋποθέσεις συνεπιμέλειας είναι οι σχετικά κοντινές κατοικίες των διαδίκων γονέων, το ευέλικτο εργασιακό πλαίσιο του αιτούντα γονέα που εξυπηρετεί την εναλλασσόμενη διαμονή των τέκνων, η ύπαρξη υποστηρικτικού πλαισίου του γονέα που αιτείται την συνεπιμέλεια, καθώς και η ανάδειξη της έως τότε ουσιαστικής ενασχόλησης του αιτούντος γονέα στην ανατροφή και φροντίδα του/των τέκνου/ων.

Σημαντικό επίσης κρίνεται από τα δικαστήρια και το δεδομένο της μη εμπλοκής/καταδίκης του αιτούντος γονέα για ποινικά αδικήματα, και ιδίως για αυτό της ενδοοικογενειακής βίας. Φυσικά αυτές οι διευκολυντικές προϋποθέσεις συνεπιμέλειας δεν τίθενται από τον Νόμο και σε καμία περίπτωση η έλλειψη κάποιων από αυτών, δεν θα πρέπει να οδηγεί αβασάνιστα στην απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Έχουν ήδη εκδοθεί αποφάσεις συνεπιμέλειας σε τέκνα ιδιαίτερα μικρής ηλικίας, καθώς και σε περιπτώσεις που οι κατοικίες των γονέων δεν είναι ακριβώς γειτνιάζουσες. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εστιάζει στο αληθές συμφέρον του τέκνου που κατά τον Νέο Νόμο εξυπηρετείται ιδίως από την ισότιμη πρόσβαση του σε αμφότερους τους γονείς του και την εξίσου ανατροφή του.

Παρατηρώντας δείγμα της Νομολογίας μετά την 16η/09/2021, συνειδητοποιεί κανείς ότι τα Δικαστήρια δεν έχουν ακόμα ξεπεράσει κάποιες παγιωμένες αλλά και συνάμα εσφαλμένες αντιλήψεις. Μια από αυτές, όπως προαναφέραμε, είναι και η θεώρηση του ότι η συνεπιμέλεια προϋποθέτει καθεστώς «καλής συνεννόησης» των γονέων.

Η θεώρηση ότι, επειδή δεν συνεννοούνται οι γονείς, ας προκριθεί η αποκλειστική επιμέλεια και συνεπώς ο αποκλεισμός του έτερου γονέα από την συν-ανατροφή του τέκνου του, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Εφόσον η συνεννόηση ή μη είναι στην διακριτική ευχέρεια των γονέων, ο γονέας που έως πρόσφατα (ίσως και σήμερα ακόμα) πλεονεκτεί νομολογιακά, μπορεί απλά να επιλέξει την μη συνεννόηση, και να επιτύχει την αποκλειστική επιμέλεια. Με αυτόν όμως τον τρόπο, ζημιωμένο θα είναι το παιδί, το συμφέρον του οποίου, επιτάσσει την ικανή παρουσία αμφότερων των γονέων στη ζωή του, και συνεπώς η επίκληση του συμφέροντος του, στο πλαίσιο ανάθεσης από το Δικαστήριο, αποκλειστικής επιμέλειας, καθίσταται προσχηματική.

Εξάλλου η θεώρηση ότι η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας προϋποθέτει την καλή συνεργασία των γονέων, αγνοεί παραδόξως το δεδομένο ότι όλοι οι γονείς που χωρίζουν, έφτασαν στον χωρισμό, ακριβώς επειδή δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν, και συνεπώς εφόσον υιοθετηθεί η άποψη αυτή, η «συνεπιμέλεια» είναι καθολικά μη εφαρμόσιμη σε όλες τις υποθέσεις. Το ακριβώς αντίθετο όμως συμβαίνει. Παρά την μη βέλτιστη συνεννόηση των γονέων, η ανάγκη συνεργασίας τους, (των γονέων) είναι αυτή που θα αμβλύνει τις διαφορές και εντάσεις και θα οδηγήσει σε αμοιβαίες υποχωρήσεις και συναίνεση. Αντιθέτως η «μονομέρεια» που συνήθως ακολουθεί την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας, ιδίως σε περιπτώσεις ικανών και στοργικών γονέων, είναι αυτή που μεγιστοποιεί τις εντάσεις και συνεπώς η ως άνω θεώρηση «περί της προϋπόθεσης της ‘καλής συνεργασίας’» είναι απόλυτα εσφαλμένη αλλά και αντίθετη με την διατυπωμένη πλέον βούληση του Νομοθέτη του Οικογενειακού μας δικαίου.

Η “θεωρία της διαρκούς μετακίνησης ή θεωρία της βαλίτσας” ως βασικό επιχείρημα έχει την ταλαιπωρία που υφίστανται τα τέκνα στην περίπτωση της εναλλασσόμενης κατοικίας με τις συνεχείς μετακινήσεις. Φυσικά το ιδανικό για τα τέκνα είναι να ζουν σε ένα σταθερό περιβάλλον με δύο λειτουργικούς γονείς που θέτουν ισχυρά και υγιή πρότυπα. Σε περίπτωση όμως που αυτό δεν είναι εφικτό, διότι οι γονείς δεν μπορούν πλέον να συμβιώνουν, νομοτελειακά τα παιδιά προκειμένου να έχουν επαφή και με τους δύο γονείς, θα πρέπει να μετακινούνται. Εφόσον δε υφίσταται και κοντινή κατοικία των γονέων με συνέπεια να μην μεταβάλλεται το κοινωνικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο των τέκνων, η “ταλαιπωρία και διατάραξη της σταθερότητας τους”, περιορίζεται στο ελάχιστο, και συνεπώς, η λύση της εναλλασσόμενης κατοικίας καθίσταται επιβεβλημένη. Σε διαφορετική περίπτωση, καταλήγουμε στο οξύμωρο να είναι προτιμότερο, ιδίως για τέκνα με ικανούς και στοργικούς γονείς και διακαή επιθυμία και δυνατότητα τους για ικανή επαφή μαζί τους, να στερούνται την αναγκαία και ικανή σε χρονικό επίπεδο παρουσία του, για να μην διαταραχθεί δήθεν, η σταθερότητα της ζωής τους. Είναι λοιπόν ζήτημα στάθμισης για τον εκάστοτε Δικαστή, τι θα προκρίνει ως ουσιαστικότερο. Την διαταραχή της σταθερότητας της ζωής των τέκνων (που ως προελέχθη μπορεί να περιορισθεί στο ελάχιστο) ή την ουσιαστική παρουσία και του έτερου γονέα (συνήθως του πατέρα), που επιστημονικά πλέον λογίζεται ως απαραίτητη, στην ζωή των τέκνων του. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι σύγχρονες επιστημονικές θέσεις συνηγορούν στο ότι τα παιδιά “ταλαιπωρούνται” όχι από τις μετακινήσεις, αλλά από την «αλληλοδιαβολή» των γονέων μεταξύ τους. Αυτό είναι που διχάζει την ψυχή τους και τα καταστρέφει ψυχοσωματικά.

«Η κριτική που ασκείται στην πρακτική εναλλασσόμενης κατοικίας έγκειται στο ότι η αλλαγή τόπου διαμονής καθιστά το παιδί «μπαλάκι» ανάμεσα στους δύο γονείς και δημιουργεί συνθήκες αστάθειας και στρες για το παιδί». Οφείλουμε, όμως, να ανατρέξουμε και πάλι σε ερευνητικά δεδομένα που προέρχονται από μελέτες οι οποίες συνέκριναν με συστηματικό τρόπο την ευεξία των παιδιών που διαμένουν αποκλειστικά με τον ένα γονέα.

Σε πρόσφατη έρευνα με αντιπροσωπευτικό δείγμα 3656 παιδιά, ηλικίας 3-5 ετών στη Σουηδία, η κοινή φυσική επιμέλεια (οριζόμενη ως περίπου ίσο χρόνο με τον κάθε γονέα) δεν συνδέθηκε με περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά πρώιμης ηλικίας (Bergstrom, Fransson,Fabian et.al.2018). Τα ίδια αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν σε μελέτη με αντιπροσωπευτικό δείγμα παιδιών 2-9 ετών από πέντε Σκανδιναβικές χώρες. (Σουηδία, Ισλανδία, Νορβηγία, Φινλανδία και Δανία). Τα παιδιά σε κοινή φυσική επιμέλεια βρίσκονταν στην ενδιάμεση θέση ανάμεσα στα παιδιά από πυρηνικές οικογένειες που είχαν τις λιγότερες ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και σε παιδιά με αποκλειστική επιμέλεια που είχαν τα περισσότερα προβλήματα. Επίσης η Turunen (2017) σύγκρινε το επίπεδο του άγχους 807 παιδιών ηλικίας 10-18 ετών σε αποκλειστική και κοινή φυσική επιμέλεια στη Σουηδία. […] Τα παιδιά που ζούσαν μόνο με τον ένα γονέα ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα άγχους σε σύγκριση με εκείνα που ζούσαν σε κοινή φυσική επιμέλεια.Ακόμη και όταν οι γονείς είχαν κακή σχέση μεταξύ τους ή όταν τα παιδιά είχαν κακή σχέση και με τους δύο γονείς, τα παιδιά σε κοινή φυσική επιμέλεια γενικά αντιμετώπιζαν λιγότερο άγχος. Σε αντίθεση λοιπόν με αυτό που μπορεί να φοβούνται ορισμένοι γονείς, η εναλλασσόμενη κατοικία βρέθηκε ότι δεν δημιουργεί εξ ορισμού αστάθεια. Αντ’ αυτού μπορεί να διατηρήσει πολλαπλά συστήματα κοινωνικής υποστήριξης για το παιδί και να προστατεύσει τη σχέση του παιδιού με τους δύο γονείς[…]

Συνολικά, η ψυχική υγεία των παιδιών που εναλλάσσουν κατοικία είναι καλύτερη (Bergstrom et al 2014), παρουσιάζουν λιγότερα ψυχοσωματικά προβλήματα (Bergstrom et al 2015) και οι δείκτες του στρες είναι χαμηλότεροι (Turunen,2017) σε σχέση με παιδιά σε αποκλειστική επιμέλεια. ..Είναι σαφές ότι οι θετικές επιπτώσεις της κοντινής επαφής και με τους δύο γονείς μπορεί να υπερισχύσουν του στρες που απορρέει από τη ζωή σε δύο κατοικίες. Η πρόσβαση δηλαδή του παιδιού σε δύο εμπλεκόμενους γονείς (διανυκτερεύσεις και χρόνος τόσο στην καθημερινότητα όσο και διακοπές) φαίνεται να είναι πιο σημαντική για την ψυχολογική ευεξία του από τις δυσκολίες που συνοδεύουν την μετακίνηση σε δύο κατοικίες. Με άλλα λόγια η γονική εμπλοκή σε συνθήκη εναλλασσόμενης κατοικίας μπορεί να λειτουργήσει αντισταθμιστικά στις ζωές των παιδιών κατά το χωρισμό των γονέων σε σύγκριση με την αποκλειστική επιμέλεια. Η σταθερότητα που τόσο χρειάζεται ένα παιδί έγκειται, κατά βάση, στη σταθερότητα των σχέσεων, στη σταθερή επαφή και με τους δύο γονείς και στη συστηματική συμμετοχή τους στη καθημερινότητα του παιδιού. Σύμφωνα με τον καθηγητή ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Ηλία Κουρκουτά (2021), αυτό που έχει σημασία είναι η «ψυχική κατοικία» του παιδιού, και εκεί διαμένουν, και οι δύο γονείς του.

«Από Κοινού και Εξίσου – Η κοινή ανατροφή των παιδιών μετά το διαζύγιο», Γιώργος Καραμανώλης-Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, Gutenberg, σελ 53-56 ( Μαριέττα Παπαδάτου Παστού, Επίκουρη καθηγήτρια Νευροψυχολογίας, παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ε.Κ.Π.Α.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως ο Δικαστής παρότι αυτονόητα έχει διακριτική ευχέρεια να κρίνει εκτός του θεσπισμένου τεκμηρίου της από κοινού άσκησης αυτό, κατά την ορθή εφαρμογή του Νόμου, μπορεί αυτό να γίνει, μόνον με ειδική αιτιολογία και οπωσδήποτε όχι με την στερεοτυπική διαπίστωση απλά της μη βέλτιστης συνεννόησης ή της κάποιας απόστασης μεταξύ των οικιών των γονέων. Εξάλλου δεν έχουν όλοι οι γονείς την οικονομική ευχέρεια της μετακόμισης προκείμενου να βρεθούν χωροταξικά ακριβώς δίπλα στην οικία του έτερου γονέα ούτε και φυσικά μπορούν να ελέγξουν την μονομερή και ιδιοτελή μη συνεννόηση του ετέρου γονέα.

Στην παρέμβαση του στην Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή η Ελληνική Εταιρεία Ψυχολόγων επισήμανε ότι:

1) Η «βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας» συνιστά όρο αόριστο και μη τεκμηριωμένο επιστημονικά.

2) Η ασύμμετρη συμμετοχή των γονέων στην καθημερινή/βιωματική ανατροφή του παιδιού ή ο αποκλεισμός (σκόπιμος ή μη) του ενός δημιουργεί ρήγμα στον ψυχισμό του παιδιού που το φτωχοποιεί σε πολλά επίπεδα.

3) Το συμφέρον του παιδιού είναι να ανατρέφεται και από τους δύο γονείς.

4) Τα ευεργετικά αποτελέσματα της συνεπιμέλειας είναι εμφανή σε ένα ευρύ φάσμα αξιολογήσεων που αφορούν την ψυχοσωματική λειτουργιά (ευημερία) των παιδιών, που συμπεριλαμβάνουν (α) χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους και γενικότερα ψυχικής δυσφορίας, (β) χαμηλότερη επιθετικότητα και προβλήματα συμπεριφοράς, μειωμένη χρήση αλκοόλ και ουσιών, (γ) καλύτερη σχολική απόδοση και καλύτερη γνωστική ανάπτυξη, (δ) καλύτερη σωματική υγειά, ε) χαμηλότερα ποσοστά καπνίσματος και (στ) καλύτερες σχέσεις με πατέρες, μητέρες, γιαγιάδες και παππούδες

5) Η συνθήκη συνεπιμέλειας, στην οποία οι γονείς έχουν κοινή νομική ευθύνη σχετικά με την ιατρική φροντίδα και τις αποφάσεις για την σχολική και θρησκευτική αγωγή του παιδιού, φαίνεται να έχει θετικές επιπτώσεις στην ευημερία των παιδιών.

6) Τα παιδιά ωφελούνται σημαντικά από την κοινή επιμέλεια, ακόμα και όταν οι γονείς έχουν υψηλά επίπεδα συγκρουσιακών σχέσεων.

Επιπλέον αποτελέσματα νεότερων επιστημονικών ερευνών σχετικά με ζητήματα ψυχοσύνθεσης, ψυχολογίας, συμπεριφοράς ανατροφής των παιδιών νεαρής ηλικίας καταλήγουν στο ότι: « […]η προσφορότερη και αποδεδειγμένη επιστημονικά λύση είναι η κοινή ανατροφή των παιδιών και από τους δύο γονείς τους, δηλαδή να περνάνε τα παιδιά ίσο χρόνο και με τους δύο γονείς τους […] Δεν είναι το διαζύγιο των γονέων του το οποίο εκθέτει σε κίνδυνο το βρέφος / παιδί, αντίθετα, αυτό το κάνει η απώλεια της παρουσίας του ενός από τους δύο γονείς του από την καθημερινή ζωή του […] Η διανυκτέρευση ακόμη και με νήπια και παιδιά πολύ μικρής ηλικίας επιβάλλεται προκειμένου να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν οι οικογενειακές σχέσεις πατέρα – παιδιού […] Τα παιδιά δεν έχουν μια “σταθερή κατοικία” αλλά δύο κατοικίες, αυτές των δύο γονέων τους […] Τα παιδιά κινδυνεύουν από την απώλεια ενός από τους δύο γονείς τους και δεν κινδυνεύουν από την εναλλαγή στην κατοικία τους, όταν αυτή η εναλλαγή τους εξασφαλίζει το σταθερό περιβάλλον που δημιουργεί η εναλλασσόμενη παρουσία και των δύο καλών γονέων τους […] (Σωκράτης Π. Καραμπατέας, MSc, Ψυχολόγος)». Η δε ανωτέρω γνωμάτευση με θέμα «Σύντομη Αναθεώρηση της Επιστημονικής Γνώσης σε Θέματα Επικοινωνίας Χωρισμένων Γονέων με τα Τέκνα» του ως άνω ψυχολόγου, είναι αποτέλεσμα εμπεριστατωμένης και εις βάθους έρευνας, περιέχει δε επιστημονικές αναλύσεις και ερευνητικά αποτελέσματα σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ έχει εκπονηθεί αποσκοπώντας στην απάντηση των ερωτημάτων που προκύπτουν περί «σωστού και λάθους» και να βοηθηθεί η απόδοση δικαιοσύνης και η ψυχο-κοινωνική προσαρμογή των παιδιών χωρισμένων γονέων αλλά και των γονέων των ίδιων.

Για τους λόγους αυτούς η Ε.Ψ.Ε. εισηγήθηκε μεταξύ άλλων πως οι γονικές ευθύνες και δικαιώματα για τους γονείς των παιδιών να παραμένουν κοινές και αδιάσπαστες ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους νομική σχέση, καθώς και να διασφαλίζεται ίσος χρόνος του παιδιού με κάθε γονέα τόσο στις διακοπές όσο και στην καθημερινότητά του. Επιχείρημα επίσης αναφορικά με την πρόθεση του Νομοθέτη για την εφαρμογή του νομικού τεκμηρίου της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας αντλείται και από την τελική διατύπωση του άρθρου 1519 ΑK δυνάμει του οποίου ακόμα και « Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον ένα γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού.

«[…]Επομένως ένα συνεπές εύρημα μεταξύ μελετών σε διαφορετικές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες είναι ότι η κοινή φυσική επιμέλεια όχι μόνο δεν διαταράσσει τη σταθερότητα και την ασφάλεια ενός παιδιού, αλλά συνδέεται με τη θετική προσαρμογή της συντριπτικής πλειονότητας των παιδιών σε σύγκριση με την αποκλειστική επιμέλεια (Nielsen 2018b Baude et al 2016 Bauserman 2002). Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η κοινή φυσική επιμέλεια επιτρέπει μια ενδεχομένως μη βέλτιστη γονική ανατροφή από τον έναν γονέα να αντισταθμίζεται από μια καλύτερη γονική ανατροφή από τον άλλο γονέα, πατέρα ή μητέρα (Braver & Lamb,2018). Τα παραπάνω επιστημονικά δεδομένα έχουν οδηγήσει στην ένταξη της κοινής φυσικής επιμέλειας ως τουλάχιστον το ένα τρίτο του χρόνου με κάθε γονέα στο νομοθετικό πλαίσιο και την περαιτέρω εφαρμογή της στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία και σε πολλές Ευρωπαικές χώρες […]» (Από κοινού και εξίσου – Η κοινή ανατροφή των παιδιών μετά το διαζύγιο, Γ. Καραμανώλης-Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, Gutenberg σελ 52-53- Μαριέττα Παπαδάτου Παστού, Επίκουρη καθηγήτρια νευροψυχολογίας, παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης ΕΚΠΑ).

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι από την ορθή ανάγνωση του πλέγματος των διατάξεων του Ν. 4800/2021, το Δικαστήριο οφείλει πρωταρχικά με την απόφαση του να διασφαλίσει ότι το τέκνο θα ανατρέφεται από αμφότερους τους γονείς του και με ικανή χρονικά παρουσία, ώστε να είναι σε θέση αμφότεροι, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, να συμβάλλουν ουσιωδώς στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του.

 

Παράλληλα, στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μητρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς. Επιπλέον σημειώνεται ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγγελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον σε δυσκολία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πατέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα. Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι δυο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγματική επιρροή στην ανατροφή των τέκνων του. Η θεματική δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανακαλύψεις στους τομείς της ιατρικής και της ψυχολογίας. Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μεταξύ δυο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της διπλής κατοικίας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες (Bjarnason/Arnarsson (2011), Joint physical custody and communication with parents: A cross – national study of children in 36 western countries, Journal of Comparative Family Studies, 42, σ. 871-890 Bauserman (2002), Child adjustment in joint-custody versus sole-custody arrangements: a meta analytic review, Journal of Family Psychology, 16, σ. 91-102). Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ’ αρ. 2079/2-10-2015 ψήφισμα του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομοθεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία του τέκνου. Αυτό το ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετα – ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών (Nielsen (2014), Shared physical custody: Summary of 40 studies on outcomes for children, Journal of Divorce & Remarriage, 55, 613-635), που κατέδειξαν τα οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής του παιδιού με το λιγότερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%. Περαιτέρω, ο χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονικής ικανότητας, και η υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα για το διαζύγιο ή τη διακοπή της συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Η καταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου (Μιχαλακάκου, Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τη νομολογία, 2015, σ. 40). Αμφότεροι κατά τεκμήριο είναι ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο έχει το δικαίωμα να διατηρεί μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική λύση είναι η διατήρηση της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού, γιατί το τελευταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς (Δεμερτζής, Η ουσιαστική και δικονομική αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας, Δ 2008.140 επ.). Εξάλλου σημαντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει κάποια ηλικία και πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα (άρθρο 1511 § 3 ΑΚ), χωρίς όμως να είναι δεσμευτική. Ως ωριμότητα του τέκνου είναι η ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του (ΑΠ 201/2010 ΝοΒ 2010.174 ΑΠ 1316/2009 ΝοΒ 2010.162 Λαδογιάννης σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ ΙΙ, 2013, σ. 869, αρ.8). Η ηλικία από μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας (ΑΠ 561/2003 ΝοΒ 2004.23). Η γνώμη του ανηλίκου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, ούτε πρέπει να εξομοιώνεται με μαρτυρική κατάθεση, και δεν έχει ως σκοπό την απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων. Αντίθετα η ακρόαση πρέπει να αποσκοπεί στην ανάπτυξη από το παιδί, των σκέψεων, αισθημάτων, αναγκών και επιθυμιών του, που θα αποτελέσουν ένα οδηγό για την κρίση του δικαστηρίου και θα συνεκτιμηθούν με τα υπόλοιπα στοιχεία. (Σκορίνη – Παπαρρηγοπούλου, Η ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων των παιδιών νόμος 2502/1997. Παρουσίαση των βασικών της σημείων και της σημασίας της στο ισχύον ελληνικό δίκαιο, ΕλλΔνη 2003. 326)

« ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ »

Πως όμως επηρεάζει το καθεστώς της συνεπιμέλειας την διατροφή ; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχει τεθεί σε πολλούς συνηγόρους οικογενειακού δικαίου και η απάντηση, έχει ήδη δοθεί από την Νομολογία.

Παρατίθεται απόσπασμα από πρόσφατη οριστική δικαστική απόφαση (160/2021 Μ.Π.Σάμου) και η οποία αφού ανέθεσε από κοινού και εξίσου την άσκηση της επιμέλειας των τέκνων σε αμφότερους τους γονείς τους με καθεστώς εναλλασσόμενης κατοικίας (συνεπιμέλεια), έκρινε αναφορικά με το ζήτημα της διατροφής. τα κάτωθι:

“Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι για την ανάλογη με τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων διατροφή, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, απαιτείται, λαμβανομένης υπόψιν και της οικονομικής κατάστασης των γονέων τους, το ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως, για τον *** και το ποσό των 350,00 ευρώ μηνιαίως, για τον *** .

Στο παραπάνω ποσό συνυπολογίζονται, αφενός μεν, η προκύπτουσα επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων της κατοικίας όπου διαμένουν, ως εκ της εκεί διαβίωσης τους, αφετέρου δε οι αποτιμώμενες σε χρήμα, συναφείς με την περιποίηση και φροντίδα του προσώπου τους, υπηρεσίες, των οποίων έχουν ανάγκη για την ανατροφή τους και προσφέρονται σε αυτά αφειδώς από τη μητέρα τους. Από το συνολικό αυτό ποσό, ο εναγόμενος πατέρας τους είναι σε θέση, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση, συσχετιζόμενη με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας τους, να καταβάλει για τη διατροφή τους το ποσό των 250,00 ευρώ, για τον *** και το ποσό των 225,00 ευρώ, για τον *** μηνιαίως, τα οποία όμως θα καταβάλει μειωμένα, δηλαδή το ποσό των 210,00 ευρώ, για τον ***, και το ποσό των 190,00 ευρώ, για τον *** δεδομένου ότι η μητέρα τους θα έχει την επιμέλεια των ανηλίκων μόνον για 18 ημέρες τον μήνα, και από κοινού με τον πατέρα τους. Το υπόλοιπο ποσό, που είναι αναγκαίο για τη διατροφή των ανωτέρω τέκνων, καλύπτεται ήδη, από τη μητέρα τους, με το προαναφερόμενο εισόδημα της τελευταίας και την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών στην ανατροφή τους, καθώς επίσης των λοιπών συνδεομένων με τη συνοίκηση τους παροχών. “

 

Ουσιαστικά το Δικαστήριο αφού έκρινε επί των μηνιαίων διατροφικών αναγκών των τέκνων και συνεκτιμώντας την οικονομική θέση των μερών επιμέρισε την καταβολή της διατροφής μεταξύ τους (σχεδόν κατά το ήμισυ) αφού συνεκτίμησε και το γεγονός του ότι η μητέρα τους θα ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων για 18 ημέρες και συνεπώς η συμβολή του πατέρα δεν θα μπορούσε να συνυπολογιστεί σε καθεστώς 30 ημέρων, και συνεπώς, έπρεπε αυτή, να απομειωθεί.

Επίσης σε έτερη πρόσφατη απόφαση του Μ.Π.Α. (5413/2022) το δικαστήριο αφού διέταξε την από κοινού και εξίσου άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων από αμφότερους τους γονείς τους, με το σύστημα της εναλλασόμενης κατοικίας απεφάνθει επί του διατροφικού αιτήματος, τα εξής:

“ Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων γονέων του και τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, η κατά μήνα διατροφή για τον ανήλικο […] προσδιοριζόμενη από τις υφιστάμενες συνθήκες ζωής και ανταποκρινόμενες στα απαραίτητα έξοδα για την ένδυση-υπόδηση, την εκπαίδευση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την ψυχαγωγία του ανέρχεται στο ποσό των 1500 ευρώ, το οποίο είναι ανάλογο με τις δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες διαβίωσης τους, αντίστοιχα, και ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για την διατροφή και την συντήρηση του […] Από το ποσό αυτό η αρεχόμενη σε χρήμα συνεισφορά του καθού αποτιμάται στο ποσό των 1200 €. Ωστόσο, ενόψει του συνυπολογισμού της μισθωτικής αξίας της παραχωρούμενης στην αιτούσα πρώην οικογενειακής στέγης, κυριότητας του καθού, εκτιμηθείσας στο ποσό των 500€ μηνιαίως, ποσό το οποίο εξοικονομεί η αιτούσα, αντίστοιχα, για την κάλυψη των ανάλογων στεγαστικών της αναγκών και λαμβανομένου υπόψη του χρόνου διαμονής του ανηλίκου με την αιτούσα, ο οποίος περιορίζεται στο ήμιση του έτους λόγω της εναλλασόμενης διαμονής του με τους διαδίκους γονείς του, ο καθού πρέπει να καταβάλλει ως διατροφή σε χρήμα το ποσό των (1200-500=700/2) 350€”

Στην ως άνω σημαντική από άποψη νομολογίας απόφαση το Δικαστήριο αφού εκτίμησε τις ανάγκες του τέκνου και τις οικονομικές δυνάμεις των μερών αποφάσισε την συμμετοχή εκείνου που έκρινε ως οικονομικά ισχυρότερου στο ποσό των 1200 €, το οποίο όμως στη συνέχεια εξορθολόγισε, αφενός κατά το ποσό της παραχωρούμενης στέγης αλλά και κατά το δεδομένο του επιμερισμού του χρόνου του ανηλίκου κατά το ήμιση στους γονείς του και όρισε το ποσό της διατροφής στα 350€.

Συμπερασματικά λοιπόν, στην περίπτωση της από κοινού άσκησης της επιμέλειας ενός ανηλίκου, που καταρχήν αφορά την συναπόφαση επί όλων των ζητημάτων του ανηλίκου, και δεν συναρτάται, όπως καταστήσαμε σαφές, με τον επιμερισμό του χρόνου του μεταξύ των διαδίκων γονέων, καταλήγουμε στις κάτωθι διαπιστώσεις αναφορικά με την διατροφή σε καθεστώς συνεπιμέλειας:

Το Δικαστήριο, όταν αποφασίζει την από κοινού άσκηση της επιμέλειας εκτιμά τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και τις οικονομικές δυνάμεις των μερών και στην συνέχεια αποφασίζει για το ποσό που ο ισχυρότερος, κατά την κρίση του γονέας, θα καταβάλει στον οικονομικά ασθενέστερο, αφού προβεί σε εξορθολογισμό αυτής, με βάση, αφενός τυχόν παραχώρηση οικογενειακής στέγης (που αποτιμάται σε χρήμα και κακώς τα προηγούμενα χρόνια το δικαστικό σώμα έδειχνε απροθυμία να συνυπολογίσει), και αφετέρου με συνεκτίμηση του χρόνου διαμονής των ανηλίκων σε έκαστο γονέα, κατά τα ως άνω. Κλείνοντας, αναφορικά με τη συνεπιμέλεια και διατροφή, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το επιχείρημα ότι οι περισσότεροι γονείς που επιδιώκουν την συνεπιμέλεια το κάνουν όχι με ειλικρινή πρόθεση για ισότιμη πρόσβαση στα τέκνα τους, αλλά προκειμένου να απομειώσουν τυχόν καταβληθείσα διατροφή, τυγχάνει φαιδρός και λογικά ανακόλουθος. Αν μια τέτοια άποψη υιοθετείτο ως προς την κοινή επιμέλεια και διατροφή, θα έπρεπε να γίνει αντιστοίχως και κατ’ αναλογία δεκτό ότι οι γονείς που όλα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ακόμα και σήμερα, επιδιώκουν με κάθε κόστος την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας το κάνουν επί της ουσίας, όχι για τα παιδιά τους, αλλά για την διασφάλιση της μέγιστης δυνατής διατροφής. Τούτη ωστόσο η εξύφανση κοινής επιμέλειας και διατροφής προδήλως είναι πλήρως ισοπεδωτική.

Συνεχίζοντας την προβληματική γύρω από τη συνεπιμέλεια και διατροφή, αναφορικά με την θεώρηση ότι στο πλαίσιο καθεστώτος συνεπιμέλειας δεν θα πρέπει να καταβάλλεται διατροφή από κανένα γονέα, αλλά οι γονείς θα καλύπτουν τα έξοδα των τέκνων κατά το χρόνο διαβίωσης μαζί τους, παρατηρούμε τα κάτωθι: Στην υποθετική περίπτωση που η καθαρή μηνιαία οικονομική θέση των γονέων είναι ακριβώς ίδια (δεδομένο όχι συχνό) και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να προκριθεί η ισόχρονη εναλλασόμενη διαμονή των τέκνων, θα μπορούσε να υποστηριχθεί η ως άνω άποψη. Στην πράξη όμως θα είναι ιδιαίτερα λίγες οι περιπτώσεις που οι ως άνω προυποθέσεις θα συντρέχουν, και συνεπώς συνήθως ο ένας εκ των δύο γονέων (ο οικονομικά ισχυρότερος, κατά την κρίση του δικαστηρίου) θα καταβάλλει μέρος της υπολογισθείσας διατροφής του ανηλίκου στον έτερο γονέα και σε μηνιαία βάση προς συμπλήρωση των διατροφικών εξόδων του. (βλέπε προς διευκόλυνση και το ως άνω απόσπασμα από την υπ’αριθ. 5413/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. (Ισοκράτης).

« ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ »

Διαπιστώνεται λοιπόν μια σταθερή και με αργά βήματα μεταστροφή της νομολογίας των οικογενειακών δικαστηρίων της χώρας, υπέρ της από κοινού άσκησης της επιμέλειας από τους γονείς, ακόμα και αν αυτοί δεν συμφωνούν με αυτή (την συνάσκηση).

Χρειάζεται ακόμα πολύ δουλειά για την κατάκτηση του αυτονόητου και την οικοδόμηση μιας κουλτούρας συνεργασίας των γονέων και η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο υπό το καθεστώς της από κοινού άσκησης της επιμέλειας του ανηλίκου χωρισμένων ή σε διάσταση γονέων και όχι υπό το καθεστώς αποκλεισμού του έτερου γονέα. Η Νομολογία των επόμενων ετών θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την ενίσχυση του θεσμού της εξωδικαστικής διευθέτησης που μπορεί, ως προείπαμε, να επιτευχθεί μόνον με την ισότιμη αντιμετώπιση των γονέων από τη Νομολογία και την απομάκρυνση από αναχρονιστικές και μη επιστημονικά τεκμηριωμένες πεποιθήσεις.

Leave a reply

Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία «Κάθε παιδί χρειάζεται 2  Γονείς Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «A Child Needs 2 Parents ΑΜΚΕ»

Άρθρα

Επικοινωνία

Παναγή Τσαλδάρη 309
Νίκαια
ΤΚ: 18453

Υποστήριξη

Με ενθουσιώδεις εθελοντές, είμαστε έτοιμοι να σας στηρίξουμε οποιαδήποτε στιγμή.