Εισηγητής: Παναγιώτης Μπολτέτσος, Αρεοπαγίτης, Προσβαλλόμενη απόφαση: 5333/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Αντικείμενο: Γονική μέριμνα, επιμέλεια, καθορισμός τόπου διαμονής ανηλίκου και διατροφή.
- Ιστορικό
Η διαφορά ξεκίνησε με δύο αντίθετες αγωγές των γονέων, που ασκήθηκαν τον Απρίλιο του 2014 και συνεκδικάστηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθησαν:
- η απόφαση 549/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
- η μη οριστική απόφαση 2014/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,
- και η οριστική απόφαση 5333/2023 του ίδιου Εφετείου.
Κατά της τελευταίας απόφασης η μητέρα άσκησε αίτηση αναίρεσης στις 21 Δεκεμβρίου 2023.
Με την απόφαση 5333/2023, το Εφετείο όρισε ως σταθερό τόπο κατοικίας και διαμονής του ανηλίκου την κατοικία του πατέρα, ανέθεσε στον πατέρα αποκλειστικά την επιμέλεια μόνο ως προς τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής, διατήρησε την από κοινού άσκηση όλων των λοιπών εκφάνσεων της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας, απέρριψε το αίτημα της μητέρας για καταβολή διατροφής, επειδή τις σχετικές δαπάνες θα αναλάμβανε ο πατέρας.
- Εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο
Ο Άρειος Πάγος εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων:
- 1510 παρ. 1 ΑΚ: από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας,
- 1511 ΑΚ: βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και συνεκτίμηση της γνώμης του,
- 1512 ΑΚ: προσπάθεια των γονέων για κοινά αποδεκτές λύσεις και δικαστική επίλυση της διαφωνίας,
- 1513 ΑΚ: συνέχιση της από κοινού και εξίσου άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τη διακοπή της συμβίωσης,
- 1514 ΑΚ: δυνατότητα διαφορετικής κατανομής ή ανάθεσης της γονικής μέριμνας,
- 1518 ΑΚ: περιεχόμενο της επιμέλειας, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τόπου διαμονής του τέκνου.
Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόστηκαν όπως ισχύουν μετά τον Ν. 4800/2021, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18 του νόμου, καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις στις οποίες δεν είχε εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2021.
- Βασική νομολογιακή θέση για τον Ν. 4800/2021
Ο Άρειος Πάγος διατυπώνει ρητά ότι, μετά τον Ν. 4800/2021 κανόνας είναι η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας μετά τον χωρισμό των γονέων. Το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από τον Άρειο Πάγο ως υποχρεωτικό, υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται αυτομάτως και εκ του νόμου, ακόμη:
- όταν δεν συμφωνεί ο ένας γονέας,
- όταν δεν υπάρχει σχετική δικαστική απόφαση.
Η από κοινού άσκηση μπορεί να αποκλειστεί ή να διαφοροποιηθεί μόνο:
- με συμφωνία των γονέων ή
- με δικαστική απόφαση, εφόσον δεν είναι δυνατή η κοινή άσκηση λόγω διαφωνίας ή άλλων περιστάσεων του άρθρου 1514 ΑΚ.
Ερμηνεία του όρου «εξίσου»
Ο Άρειος Πάγος συνδέει τον όρο «εξίσου» με τη θεμελιώδη αρχή της ισότιμης συμβολής των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Η απόφαση δεν ταυτίζει, πάντως, τον όρο «εξίσου» με υποχρεωτική αριθμητική ή χρονική ισότητα στη διαμονή του παιδιού. Αντιθέτως, δέχεται ότι το δικαστήριο μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να:
- κατανείμει τις επιμέρους λειτουργίες της γονικής μέριμνας,
- εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής τους,
- αναθέσει ορισμένες ή όλες τις λειτουργίες στον έναν γονέα,
- ή ακόμη να τις αναθέσει σε τρίτο.
Κριτήριο κάθε ρύθμισης παραμένει το εξατομικευμένο βέλτιστο συμφέρον του συγκεκριμένου παιδιού.
- Το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου
Ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει ότι το βέλτιστο συμφέρον αποτελεί:
- την κατευθυντήρια γραμμή της δικαστικής απόφασης,
- τον πυρήνα της ρύθμισης της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας,
- αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο.
Περιλαμβάνει το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό συμφέρον του παιδιού και αποβλέπει στην ανάπτυξή του ως ανεξάρτητης και υπεύθυνης προσωπικότητας.
Κριτήρια εξατομίκευσης: Για την εξειδίκευση του βέλτιστου συμφέροντος συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων:
- η ικανότητα και η πρόθεση κάθε γονέα να σέβεται τα δικαιώματα του άλλου,
- η προηγούμενη συμπεριφορά των γονέων,
- η συμμόρφωσή τους προς τις νόμιμες υποχρεώσεις και τις δικαστικές αποφάσεις,
- οι δεσμοί του παιδιού με κάθε γονέα και τα αδέλφια του,
- η παιδαγωγική καταλληλότητα κάθε γονέα,
- το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον,
- οι συνθήκες κατοικίας,
- η επαγγελματική και οικονομική κατάσταση,
- η ηλικία και η υγεία του παιδιού,
- η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξής του,
- οι προηγούμενες συμφωνίες των γονέων,
- η γνώμη και η προτίμηση του παιδιού, ανάλογα με την ωριμότητά του.
Τα κριτήρια αυτά είναι ενδεικτικά και δεν δεσμεύουν το δικαστήριο ως προς την ιεράρχησή τους. Η τελική λύση πρέπει να προσδιορίζεται σε σχέση με το συγκεκριμένο παιδί και τις πραγματικές ανάγκες του.
- Η γνώμη του ανηλίκου
Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση της απόφασης ως προς την προτίμηση του παιδιού. Ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι η γνώμη του ανηλίκου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται ανάλογα με την ωριμότητά του. Ωστόσο, η εκφραζόμενη προτίμηση δεν αρκεί από μόνη της για να στηρίξει τη δικαστική κρίση. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνά και να αιτιολογεί ότι η βούληση του παιδιού:
- έχει διαμορφωθεί φυσιολογικά και αβίαστα,
- αποτελεί προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής,
- δεν είναι αποτέλεσμα πειθαναγκασμού,
- δεν οφείλεται σε άμεσες ή έμμεσες επιδράσεις και υποβολές από γονέα ή τρίτο πρόσωπο.
Η απόφαση επισημαίνει ότι ένα παιδί, λόγω της ατελούς ακόμη ψυχοπνευματικής ανάπτυξής του, μπορεί να επηρεάζεται ευχερώς. Επομένως, η προτίμησή του δεν ταυτίζεται πάντοτε με το αληθές συμφέρον του.
- Ο λόγος αναίρεσης
Η αναίρεση στηρίχθηκε στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή στην έλλειψη νόμιμης βάσης της εφετειακής απόφασης λόγω ανεπαρκών, ασαφών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ο Άρειος Πάγος διευκρινίζει ότι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν:
- δεν παρατίθενται καθόλου τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά,
- τα περιστατικά που παρατίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου,
- ή οι αιτιολογίες συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται.
Ειδικά στις διαφορές γονικής μέριμνας, αν η απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η επιλεγείσα ρύθμιση εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
- Οι τέσσερις πλημμέλειες που εντόπισε ο Άρειος Πάγος
Α. Ανεπαρκής έλεγχος της ελεύθερης βούλησης του παιδιού
Το Εφετείο έλαβε υπόψη την επιθυμία του ανηλίκου να διαμένει με τον πατέρα. Δεν αιτιολόγησε, όμως, αν αυτή η επιθυμία
- ήταν προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής,
- είχε σχηματιστεί χωρίς πειθαναγκασμό ή άλλη επιρροή.
Η παράλειψη αυτή ήταν ουσιώδης, καθώς η προτίμηση του παιδιού αποτέλεσε βασικό στοιχείο για τον καθορισμό της κατοικίας του στον πατέρα.
Β. Έλλειψη αιτιολογίας για την ανατροπή της δεκαετούς καθημερινότητας
Το παιδί κατοικούσε επί περίπου δέκα έτη με τη μητέρα, η οποία ασκούσε προσωρινά την αποκλειστική επιμέλειά του. Παρά ταύτα, το Εφετείο όρισε ως νέα μόνιμη κατοικία την κατοικία του πατέρα, χωρίς να εξηγήσει επαρκώς:
- γιατί ήταν αναγκαία η ανατροπή της παγιωμένης καθημερινότητας,
- ποιες συνέπειες θα είχε η αλλαγή στις σχολικές δραστηριότητες,
- ποιες συνέπειες θα είχε στις εξωσχολικές δραστηριότητες,
- πώς θα επηρέαζε το φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού.
Η έλλειψη αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, επειδή το ίδιο το Εφετείο είχε αναγάγει τη σταθερότητα της ζωής του ανηλίκου σε καθοριστικό κριτήριο.
Γ. Ανεπαρκής συγκριτική αξιολόγηση των δύο γονέων
Το Εφετείο είχε δεχθεί ότι και οι δύο γονείς αγαπούσαν το παιδί, ενδιαφέρονταν για την πρόοδο και την εκπαίδευσή του, ήταν ικανοί και άξιοι να ασκήσουν τον γονεϊκό ρόλο. Παρά τη διαπίστωση αυτή, προέκρινε τον πατέρα ως καταλληλότερο για τον προσδιορισμό της κατοικίας, χωρίς να εξειδικεύσει:
- ποια συγκεκριμένα προσόντα τον καθιστούσαν καταλληλότερο,
- ποια ήταν η οικογενειακή και στεγαστική κατάστασή του,
- αν συγκατοικούσε με άλλα πρόσωπα,
- αν η κατοικία του βρισκόταν κοντά στο υφιστάμενο κέντρο δραστηριοτήτων του παιδιού,
- ποια ήταν η εργασιακή, μορφωτική και οικογενειακή κατάσταση της μητέρας,
- πόσο χρόνο μπορούσε να αφιερώσει κάθε γονέας,
- ποιο περιβάλλον μπορούσε να εξασφαλίσει καθένας στο παιδί.
Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε επαρκής συγκριτική βάση για την πρόκριση του πατέρα έναντι της μητέρας.
Δ. Αντίφαση μεταξύ της έντονης σύγκρουσης και της διατήρησης της συνεπιμέλειας
Το Εφετείο είχε δεχθεί ότι οι σχέσεις των γονέων ήταν «λίαν τεταμένες» και δεν είχαν αποφορτιστεί, με αναφορές ακόμη και σε ποινικές δικογραφίες και αστυνομικά συμβάντα. Παράλληλα, ανέθεσε και στους δύο γονείς την από κοινού άσκηση των λοιπών εκφάνσεων της επιμέλειας, όπως:
- τη μόρφωση,
- την επαγγελματική εκπαίδευση,
- την υγεία,
- την επίβλεψη,
- τα σωφρονιστικά μέτρα,
- τη διοίκηση της περιουσίας,
- τη δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση.
Δεν εξήγησε, όμως, με ποιον τρόπο θα ήταν λειτουργικά εφικτή η σύμπραξη και η συναπόφαση των δύο γονέων, παρά την έντονη και συνεχιζόμενη μεταξύ τους σύγκρουση. Η αιτιολογία κρίθηκε ανεπαρκής και εσωτερικά ασυνεπής.
- Κρίση και διατακτικό του Αρείου Πάγου
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίθηκε βάσιμος. Η εμβέλειά του κάλυπτε τους υπόλοιπους λόγους, γι’ αυτό ο Άρειος Πάγος δεν προχώρησε στην εξέτασή τους. Η απόφαση 5333/2023 αναιρέθηκε ως προς:
- την ανάθεση στον πατέρα της αποκλειστικής επιμέλειας σχετικά με τον τόπο διαμονής του παιδιού,
- την από κοινού άσκηση των λοιπών εκφάνσεων της επιμέλειας,
- το άρρηκτα συνδεόμενο κεφάλαιο της διατροφής του ανηλίκου.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Ο αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ύψους 2.000 ευρώ.
- Νομολογιακές αρχές που προκύπτουν
Η απόφαση μπορεί να συνοψιστεί στις ακόλουθες αρχές:
- Η από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας αποτελεί τον νόμιμο κανόνα μετά τον χωρισμό.
- Η συνεπιμέλεια δεν επιβάλλει υποχρεωτικά εναλλασσόμενη κατοικία ή ίση χρονική κατανομή.
- Ο καθορισμός της κατοικίας του παιδιού στον έναν γονέα αποτελεί αυτοτελή έκφανση της επιμέλειας και απαιτεί ειδική αιτιολογία.
- Η απόκλιση από την από κοινού άσκηση ή η κατανομή επιμέρους λειτουργιών πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
- Η γνώμη του παιδιού είναι σημαντική αλλά όχι αυτοδύναμη. Πρέπει να διαπιστώνεται ότι είναι ελεύθερη, γνήσια και ανεπηρέαστη.
- Η ανατροπή μακροχρόνια παγιωμένων συνθηκών διαβίωσης απαιτεί αυξημένη αιτιολόγηση.
- Η επιλογή μεταξύ δύο κατάλληλων γονέων απαιτεί ουσιαστική συγκριτική αξιολόγηση.
- Η έντονη γονεϊκή σύγκρουση δεν αποκλείει αυτομάτως την κοινή άσκηση, αλλά το δικαστήριο οφείλει να εξηγεί πώς αυτή μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη προς όφελος του παιδιού.
- Η επίκληση της “σταθερότητας” δεν αρκεί ως γενική διατύπωση. Πρέπει να συνδέεται με τις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής, το σχολείο, τις δραστηριότητες, το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες του παιδιού.
- Το βέλτιστο συμφέρον υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή νομική εξειδίκευσή του, παρότι η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ανήκει καταρχήν στο δικαστήριο της ουσίας.
- Αξιολόγηση της σημασίας της απόφασης
Η ΑΠ 706/2025 είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι δεν περιορίζεται στην επανάληψη του κανόνα της από κοινού και εξίσου γονικής μέριμνας. Θέτει συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη δικαστική αιτιολογία στις περιπτώσεις όπου:
- επιλέγεται η κατοικία του ενός γονέα ως σταθερή κατοικία του παιδιού,
- μεταβάλλεται ένα επί μακρόν διαμορφωμένο καθεστώς διαμονής,
- προκρίνεται ένας από δύο κατάλληλους γονείς,
- λαμβάνεται υπόψη η προτίμηση του παιδιού,
- ή διατηρείται η κοινή άσκηση επιμέρους λειτουργιών παρά την έντονη σύγκρουση των γονέων.
Η βασική συμβολή της είναι ότι απαιτεί εξατομικευμένη, συγκριτική και εσωτερικά συνεπή αιτιολογία. Δεν αρκούν γενικές αναφορές στην ηρεμία, στη σταθερότητα, στην καταλληλότητα του ενός γονέα ή στην επιθυμία του παιδιού. Κάθε τέτοιο συμπέρασμα πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα και να εξηγείται γιατί εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του συγκεκριμένου ανηλίκου.
Συνοπτικό συμπέρασμα
Ο Άρειος Πάγος δεν έκρινε ο ίδιος με ποιον γονέα πρέπει να διαμένει το παιδί ούτε απέκλεισε επί της αρχής τη σταθερή κατοικία στον έναν γονέα ή την κοινή άσκηση των λοιπών λειτουργιών. Έκρινε ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις γιατί η συγκεκριμένη σύνθετη ρύθμιση εξυπηρετούσε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Για τον λόγο αυτό αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση.
Ακολουθεί στο σύνδεσμο το σώμα της απόφασης: