Πηγή: dikastiko.gr, 23.04.2026
Sυνεπιμέλεια στη θεωρία, οικονομικός αποκλεισμός στην πράξη: Με (εμφανή) μηνιαία έσοδα 1.000 ευρώ από την εργασία του, το Δικαστήριο επέβαλε σε πατέρα διατροφή 1.730 ευρώ – Όταν η απόρριψη της συνεπιμέλειας και η υπέρογκη διατροφή οδηγούν σε αποξένωση του γονέα: Αναλύει η δικηγόρος Αικατερίνη Φραγκάκη.
Η απόφαση 116/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιτωλοακαρνανίας καθορίζει το πλαίσιο ανατροφής και διαβίωσης δύο ανήλικων τέκνων, ηλικίας 15 και 10 ετών, μετά τη διάσταση των γονέων τους. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις αντίθετες αγωγές, διαπίστωσε πως παρά την αγάπη και των δύο γονέων προς τα τέκνα, η έντονη αντιπαλότητα και η έλλειψη συνεννόησης μεταξύ τους καθιστούν τη συνεπιμέλεια ανέφικτη. Ως εκ τούτου, η επιμέλεια του προσώπου ανατέθηκε αποκλειστικά στη μητέρα, με τον πατέρα να διατηρεί δικαίωμα επικοινωνίας και συναπόφασης για σοβαρά θέματα υγείας και εκπαίδευσης.
Στο οικονομικό σκέλος, το Δικαστήριο προσδιόρισε τις μηνιαίες ανάγκες των δύο παιδιών στο ποσό των 1.730 ευρώ συνολικά -930 ευρώ για τον πρώτο και 800 ευρώ για τον δεύτερο ανήλικο- λαμβάνοντας υπόψη έξοδα διαβίωσης, φροντιστήρια και ενισχυτική διδασκαλία.
Σχετικά με την οικονομική κατάσταση των γονέων, η απόφαση αναφέρει ότι ο πατέρας εργάζεται ως υπάλληλος στα εκδοτήρια του ΚΤΕΛ με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ. Ωστόσο, η δικαστική κρίση συνυπολόγισε και επιπλέον έσοδα, εκτιμώντας ότι ο πατέρας κερδίζει τουλάχιστον 1.000 ευρώ μηνιαίως από διαχείριση επιχείρησης κυλικείου, ενώ εμφανίζεται και ως αφανής εταίρος σε καφετέρια. Παράλληλα, διαθέτει ένα ακίνητο και διαμένει σε σπίτι του πατέρα του χωρίς έξοδα ενοικίου. Από την πλευρά της, η μητέρα εργάζεται ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός με μηνιαίες αποδοχές 1.227 ευρώ και δεν διαθέτει άλλη περιουσία.
Το Δικαστήριο επέβαλε στον πατέρα την κάλυψη του συνόλου της διατροφής (1.730 ευρώ), καθώς η ένσταση συνεισφοράς της μητέρας που υπέβαλε ο πατέρας απορρίφθηκε για δικονομικούς λόγους.
Σχολιάζοντας την απόφαση, η Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, Αικατερίνη Φραγκάκη, γράφει για το dikastiko.gr:
«Η σύγχρονη προσέγγιση του οικογενειακού δικαίου έχει μετατοπίσει, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχών, το επίκεντρο από τη λογική του γονέα-φροντιστή και του γονέα-επισκέπτη σε ένα μοντέλο κοινής ευθύνης των γονέων. Η συνεπιμέλεια δεν εμφανίζεται πλέον ως εξαίρεση ή παραχώρηση, αλλά ως θεσμική έκφραση της ανάγκης του παιδιού να διατηρεί σταθερούς, ουσιαστικούς δεσμούς και με τους δύο γονείς του, ακόμη και μετά τη διάσπαση της οικογενειακής συμβίωσης.
Στην πράξη, ωστόσο, η συνεπιμέλεια συχνά παραμένει γράμμα κενό περιεχομένου. Σε αρκετές δικαστικές κρίσεις, απορρίπτεται όχι βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να καταδεικνύουν ακαταλληλότητα ή αδιαφορία ενός γονέα, αλλά με γενικόλογες διαπιστώσεις περί «έντασης», «πόλωσης» ή «έλλειψης συνεργασίας» μεταξύ των διαδίκων, χωρίς όμως να τιμωρείται ο γονέας που προκαλεί τα προβλήματα. Έννοιες αόριστες, σχεδόν αναπόφευκτες σε κάθε διαζευκτικό πλαίσιο, οι οποίες, αντί να αντιμετωπίζονται ως λόγος ενίσχυσης σαφών κανόνων συνεννόησης, μετατρέπονται σε άλλοθι αποκλεισμού του ενός γονέα από την ουσιαστική άσκηση της γονικής ιδιότητας.
Η απόρριψη της συνεπιμέλειας, όταν δεν συνοδεύεται από ειδική και εξατομικευμένη αιτιολογία, παράγει σοβαρές συνέπειες ειδικά για τα τέκνα. Δεν περιορίζεται στο επίπεδο της νομικής διατύπωσης, αλλά διαμορφώνει μια καθημερινότητα όπου ο ένας γονέας λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις και ο άλλος περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή, ακόμη και όταν αποδεδειγμένα επιθυμεί και δύναται να συμμετέχει ενεργά στη ζωή των παιδιών του για το συμφέρον τους, ενώ τα τέκνα έχουν εκφράσει την άποψη τους υπέρ της συνεπιμέλειας. Έτσι, η ισότητα στη γονεϊκή ευθύνη υποκαθίσταται από μια σιωπηρή ιεράρχηση ρόλων και δημιουργίας έριδων και αντιδικιών.
Το πρόβλημα οξύνεται όταν η απόρριψη της συνεπιμέλειας συνδυάζεται με την επιβολή υπέρογκης διατροφής. Η οικονομική υποχρέωση, αντί να λειτουργεί ως μέσο κάλυψης των πραγματικών αναγκών των τέκνων με αναλογική συμμετοχή και των δύο γονέων, μετατρέπεται σε μηχανισμό εξάντλησης του ενός. Ο γονέας που καλείται να καταβάλει το μεγαλύτερο ή σχεδόν το σύνολο του εισοδήματός του για διατροφή, αδυνατεί να διατηρήσει συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης και, συνακόλουθα, να υποστηρίξει στην πράξη μια ουσιαστική σχέση με τα παιδιά του.
Η απόρριψη της συνεπιμέλειας και η οικονομική εξουθένωση δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους έννοιες, αλλά αλληλοτροφοδοτούνται. Όταν ο γονέας αποκλείεται από τη λήψη αποφάσεων για την καθημερινότητα, την εκπαίδευση ή τις δραστηριότητες των παιδιών, η οικονομική του συνεισφορά με την διατροφή εμφανίζεται ως το μοναδικό πεδίο συμμετοχής. Και όταν αυτή η συνεισφορά υπερβαίνει τις πραγματικές του δυνατότητες, η γονεϊκή παρουσία περιορίζεται σε μια τυπική επικοινωνία, χωρίς βάθος, χωρίς διάρκεια, χωρίς πραγματική συνύπαρξη καθώς αδυνατεί να προσφέρει στα τέκνα του ότι πραγματικά έχουν ανάγκη.»