Πηγή: dikastiko.gr, 11.06.2026
Όταν η δικαιοσύνη καθυστερεί, η ζωή των παιδιών παρατείνεται σε αβεβαιότητα: Διαζευγμένος πατέρας στην Κρήτη δικαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Η επιμέλεια των τέκνων «εγκλωβίστηκε», μεταξύ άλλων, για δύο ολόκληρα χρόνια στα γραφεία των ψυχιάτρων.
Μια εξαετής δικαστική μάχη για την επιμέλεια τριών παιδιών στην Κρήτη, η οποία επιμηκύνθηκε σημαντικά εξαιτίας της μεγάλης καθυστέρησης των δικαστικών πραγματογνωμόνων, έφερε την καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ομόφωνα ότι το ελληνικό κράτος παραβίασε το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής ενός πατέρα από το Ηράκλειο. Ο λόγος; Οι ελληνικές δικαστικές αρχές παρέλειψαν να ελέγξουν αποτελεσματικά τη διαδικασία, επιτρέποντας να χαθούν σχεδόν δύο (από τα εξίμισι) χρόνια σε διαδοχικές αντικαταστάσεις ψυχιάτρων, χωρίς να θέσουν συγκεκριμένα όρια και προθεσμίες, παρατείνοντας την αγωνία και την αβεβαιότητα της οικογένειας
Doulgerakis κατά Ελλάδας: Το χρονικό της οικογενειακής αντιδικίας
Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2011, όταν το ζευγάρι διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή του μετά από δεκατέσσερα χρόνια κοινής πορείας. Ο πατέρας αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη δυνάμει προσωρινής δικαστικής διαταγής παίρνοντας μαζί του τη μεγαλύτερη κόρη, ενώ τα δύο μικρότερα αγόρια παρέμειναν αρχικά με τη μητέρα. Σύντομα όμως τα δεδομένα μεταβλήθηκαν: μέσα στο 2012 και οι δύο γιοι πήγαν να ζήσουν με τον πατέρα. Ακολούθησε μια σειρά από αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινές διαταγές και δικαστικές αποφάσεις που μετέβαλαν τα δεδομένα της διαμονής, με αποτέλεσμα ο μικρότερος γιος να μετακινείται ανά περιόδους από τον έναν γονέα στον άλλο.
Η κύρια και οριστική δικαστική μάχη άνοιξε τον Νοέμβριο του 2011, όταν η μητέρα κατέθεσε αγωγή ζητώντας την αποκλειστική επιμέλεια και των τριών παιδιών, με τον πατέρα να απαντά με δική του ανταγωγή. Αυτή η διαδικασία μετατράπηκε σε έναν μαραθώνιο που κράτησε συνολικά έξι χρόνια και οκτώ μήνες, περνώντας από το Πρωτοδικείο και το Εφετείο μέχρι να σφραγιστεί οριστικά από τον Άρειο Πάγου το 2018.
Οι διαδοχικοί διορισμοί και η διετής καθυστέρηση των ψυχιάτρων
Η μεγαλύτερη καθυστέρηση σημειώθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, όπου η υπόθεση εκκρεμούσε για τέσσερα έτη και οκτώ μήνες. Για να αξιολογηθεί η καταλληλότητα των γονέων, το δικαστήριο διέταξε τον Ιούνιο του 2013 τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για όλη την οικογένεια. Εκεί ξεκίνησε μια μακρά σειρά διαδοχικών αντικαταστάσεων.
Η πρώτη ψυχίατρος που διορίστηκε ζήτησε να αντικατασταθεί. Η δεύτερη άλλαξε περιοχή κατοικίας και έφυγε από την Κρήτη. Η τρίτη δήλωσε αδυναμία ολοκλήρωσης του έργου της λόγω έλλειψης συνεργασίας με την πλευρά της μητέρας. Τελικά, ο τέταρτος κατά σειρά ειδικός, που διορίστηκε το καλοκαίρι του 2014, κατάφερε να παραδώσει την έκθεσή του το καλοκαίρι του 2015 – δύο ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική απόφαση του δικαστηρίου. Επιπλέον, χρειάστηκαν ακόμη δέκα μήνες από τη μέρα που συζητήθηκε η υπόθεση μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση που έδινε την επιμέλεια στον πατέρα.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν πείστηκε από τους ισχυρισμούς του ελληνικού δημοσίου περί «πολύπλοκης υπόθεσης». Αντίθετα, έκρινε ότι όταν κρίνεται το μέλλον των παιδιών, οι δικαστικές αρχές οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις διαδικασίες με εξαιρετική ταχύτητα, γιατί ο χρόνος που κυλά δημιουργεί τετελεσμένα.
Στο σκεπτικό της απόφασης αποτυπώνεται η ευθύνη των ελληνικών δικαστηρίων: «Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η περίοδος μεταξύ Ιουνίου 2013 και του θέρους του 2015 σημαδεύτηκε από σημαντική καθυστέρηση κατόπιν της διαταγής διενέργειας ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών. Τέσσερις πραγματογνώμονες διορίστηκαν διαδοχικά, εκ των οποίων οι τρεις αποχώρησαν πριν υποβάλουν οποιαδήποτε έκθεση, ενώ ο τέταρτος ολοκλήρωσε το πόρισμά του σχεδόν δύο έτη μετά την αρχική διαταγή […]. Κατά το διάστημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να ασκήσει αποτελεσματική εποπτεία επί του έργου των πραγματογνωμόνων, δεν έταξε προθεσμίες και δεν έλαβε επαρκή διορθωτικά μέτρα προς αποτροπή της αδράνειας της διαδικασίας».
Το νομικό και κοινωνικό μήνυμα της απόφασης είναι ηχηρό. Το Στρασβούργο έκρινε ότι ακόμη και αν ο πατέρας δεν έχασε ποτέ την επαφή με τα παιδιά του, η παρατεταμένη αβεβαιότητα στην οποία έζησε η οικογένεια εξαιτίας της δικαστικής βραδύτητας αποτελεί ξεκάθαρη παραβίαση των δικαιωμάτων του.
Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε αίτημα δίκαιης ικανοποίησης, οπότε δεν επιδικάστηκε κάποιο χρηματικό ποσό. Ωστόσο, η ουσία της απόφασης παραμένει: οι πραγματογνώμονες δεν μπορούν να λειτουργούν χωρίς έλεγχο και να αποτελούν την αιτία ουσιαστικής καθυστέρησης των οικογενειακών δικών στην Ελλάδα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στέλνει ένα σαφές μήνυμα στους Έλληνες δικαστές ότι οφείλουν να ελέγχουν τους ειδικούς, να βάζουν σαφείς προθεσμίες και να παρεμβαίνουν αμέσως, γιατί πίσω από τα δικονομικά έγγραφα κρύβονται οι ζωές και η ψυχολογία ανήλικων παιδιών.