Η γονική αποξένωση ως πρόκληση του σύγχρονου οικογενειακού δικαίου

Πηγή: dikastiko.gr, 17.04.2026, Ειρήνη Περπερίδου [Δικηγόρος Αθηνών με ειδίκευση στην «Ιατροδικαστική – Ψυχιατροδικαστική». Πτυχιούχος Νομικής και Ελληνικής Φιλολογίας (Γλωσσολογίας) του ΑΠΘ, κάτοχος τριών μεταπτυχιακών τίτλων στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, στη Θεωρία Δικαίου (SLAPPs) και στη Μεθοδολογία του Φύλου, ενώ ολοκληρώνει το τέταρτο μεταπτυχιακό της στην Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ. Είναι ιδρύτρια της ομάδας GEA (Gender Equality Assembly) και συγγραφέας υπό έκδοση νομικού βιβλίου].

 

Η γονική αποξένωση αποτελεί ένα ιδιαιτέρως σύνθετο και επιστημονικά αμφιλεγόμενο φαινόμενο, το οποίο εντοπίζεται στο μεταίχμιο μεταξύ οικογενειακής ψυχολογίας, παιδοψυχιατρικής και οικογενειακού δικαίου. Εμφανίζεται κατά κύριο λόγο σε υποθέσεις συγκρουσιακών διαζυγίων ή διάσπασης συμβίωσης, όπου η αντιπαλότητα μεταξύ των γονέων μετακυλίεται στο πεδίο της σχέσης με το τέκνο, οδηγώντας στη διαμόρφωση μιας διαταραγμένης γονεϊκής δυναμικής. Στο πλαίσιο αυτό, το παιδί ενδέχεται να απορρίπτει τον έναν γονέα χωρίς επαρκή πραγματική βάση, ως αποτέλεσμα συστηματικής επιρροής, υποβολής ή και ψυχολογικής χειραγώγησης εκ μέρους του άλλου γονέα.

Η επιστημονική και νομική προσέγγιση του φαινομένου παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες, καθώς εγείρονται κρίσιμα ζητήματα τόσο ως προς την εννοιολογική του οριοθέτηση όσο και ως προς τη διαγνωστική και αποδεικτική του θεμελίωση. Η έννοια της «γονικής αποξένωσης» δεν τυποποιείται ως αυτοτελής ψυχιατρική διαταραχή στα διεθνή διαγνωστικά συστήματα, γεγονός που επιβαρύνει τη νομική της αξιοποίηση και καθιστά αναγκαία την προσφυγή σε ψυχιατροδικαστικά εργαλεία αξιολόγησης. Στο πεδίο αυτό, η συμβολή της ψυχιατροδικαστικής είναι καθοριστική, καθώς καλείται να διαγνώσει, με επιστημονική ακρίβεια και μεθοδολογική αυστηρότητα, εάν η στάση του παιδιού συνιστά προϊόν αυθεντικής βιωματικής εμπειρίας ή αποτέλεσμα εξωτερικής επιρροής και υποβολής.

Η αυξανόμενη εμφάνιση σχετικών υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων αναδεικνύει τη σημασία της ορθής αποδεικτικής προσέγγισης του φαινομένου, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές δίκαιο. Στην ελληνική έννομη τάξη, η γονική αποξένωση δεν αναγνωρίζεται ρητώς ως νομική κατηγορία, πλην όμως τα πραγματικά της περιστατικά υπάγονται σε υφιστάμενες διατάξεις περί γονικής μέριμνας και επικοινωνίας, ιδίως στα άρθρα 1510 επ. Αστικού Κώδικα, καθώς και στις ρυθμίσεις που εισήχθησαν με τον ν. 4800/2021.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, στο πλαίσιο αυτό, η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών μέσω πραγματογνωμοσυνών, στις οποίες εμπλέκονται παιδοψυχίατροι και ψυχολόγοι με εξειδίκευση στην ψυχιατροδικαστική. Οι εκθέσεις αυτές λειτουργούν ως κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, επηρεάζοντας καθοριστικά τη δικανική κρίση, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανάθεση της επιμέλειας και τη ρύθμιση της επικοινωνίας. Ωστόσο, η έλλειψη ενιαίων επιστημονικών κριτηρίων και η πιθανότητα σύγχυσης μεταξύ γονικής αποξένωσης και δικαιολογημένης αποστασιοποίησης του παιδιού από έναν κακοποιητικό ή ακατάλληλο γονέα καθιστούν το έργο των δικαστικών και πραγματογνωμόνων εξαιρετικά απαιτητικό.

Υπό το πρίσμα αυτό, το παρόν άρθρο επιχειρεί μια εμβάθυνση στο φαινόμενο της γονικής αποξένωσης, προσεγγίζοντάς το ως ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που απαιτεί συνδυαστική ανάλυση ψυχολογικών και νομικών δεδομένων, με έμφαση στη σημασία της ψυχιατροδικαστικής αξιολόγησης για τη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και, πρωτίστως, της προστασίας του παιδιού.

 

Νομικές διαστάσεις και προκλήσεις στην ελληνική έννομη τάξη

Στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της ρύθμισης των ζητημάτων γονικής μέριμνας και επιμέλειας, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 1510 επ. του Αστικού Κώδικα και ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας. Η διασφάλιση της ουσιαστικής και απρόσκοπτης επικοινωνίας του τέκνου με αμφότερους τους γονείς αποτελεί θεμελιώδη έκφανση του συμφέροντος αυτού, συνδεόμενη άρρηκτα με την ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη και τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών.

Η εφαρμογή, ωστόσο, της εν λόγω αρχής καθίσταται ιδιαιτέρως προβληματική σε περιπτώσεις που εμφανίζουν χαρακτηριστικά γονικής αποξένωσης. Η βασική δυσχέρεια εντοπίζεται στο αποδεικτικό επίπεδο, καθώς το δικαστήριο καλείται να προβεί σε μια λεπτή και σύνθετη διάκριση μεταξύ, αφενός, της δικαιολογημένης αποστασιοποίησης του παιδιού από έναν γονέα, η οποία ενδέχεται να ερείδεται σε πραγματικά περιστατικά, όπως κακοποιητική ή ακατάλληλη συμπεριφορά, και, αφετέρου, της αποξένωσης που αποτελεί προϊόν συστηματικής υποβολής ή χειραγώγησης. Η διάκριση αυτή έχει καίρια σημασία, καθόσον επηρεάζει άμεσα τη δικανική κρίση ως προς την ανάθεση της επιμέλειας και τη ρύθμιση της επικοινωνίας.

Παρά το γεγονός ότι ο όρος «γονική αποξένωση» δεν έχει τυποποιηθεί ως αυτοτελής νομική κατηγορία στην ελληνική έννομη τάξη, η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων αναγνωρίζει έμμεσα το φαινόμενο μέσω της αξιολόγησης συμπεριφορών που συνιστούν παρεμπόδιση της επικοινωνίας ή συστηματική υπονόμευση της σχέσης του παιδιού με τον άλλο γονέα. Στο πλαίσιο αυτό, τα δικαστήρια προβαίνουν σε στάθμιση των πραγματικών περιστατικών, συχνά με τη συνδρομή ψυχιατροδικαστικών πραγματογνωμοσυνών, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν η συμπεριφορά ενός γονέα αντιβαίνει στο συμφέρον του παιδιού.

Η σημασία της διατήρησης ουσιαστικών οικογενειακών δεσμών έχει αναδειχθεί με ιδιαίτερη έμφαση και στη νομολογία του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση να λαμβάνουν κατάλληλα και επαρκή μέτρα για τη διασφάλιση της επανένωσης γονέα και τέκνου, όταν η μεταξύ τους σχέση έχει διαρραγεί.

Ενδεικτικά, στην υπόθεση Ignaccolo-Zenide v. Romania, το Δικαστήριο διαπίστωσε την παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ λόγω της αποτυχίας των εθνικών αρχών να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που αφορούσαν την επικοινωνία της μητέρας με τα τέκνα της. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Monory v. Romania and Hungary, επισημάνθηκε ότι η καθυστέρηση και η αδράνεια των αρχών μπορούν να οδηγήσουν σε de facto αποξένωση, υπονομεύοντας ανεπανόρθωτα τη σχέση γονέα και παιδιού. Περαιτέρω, στην υπόθεση Strand Lobben and Others v. Norway, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία της διατήρησης των οικογενειακών δεσμών και την ανάγκη τα μέτρα κρατικής παρέμβασης να είναι απολύτως αναγκαία και ανάλογα.

Η ελληνική έννομη τάξη, ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, οφείλει να ερμηνεύει και να εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο σε συμφωνία με τις αρχές αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με τον ν. 4800/2021 ενίσχυσε τη σημασία της συνεπιμέλειας και της ενεργού συμμετοχής και των δύο γονέων στην ανατροφή του παιδιού, επιχειρώντας να περιορίσει φαινόμενα αποκλεισμού και αποξένωσης. Ειδικότερα, η θεσμοθέτηση της αρχής της από κοινού και εξίσου άσκησης της γονικής μέριμνας και η ενίσχυση του δικαιώματος επικοινωνίας συνιστούν νομοθετικές παρεμβάσεις που ευθυγραμμίζονται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Παρά τις εξελίξεις αυτές, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις, ιδίως ως προς την ομοιομορφία της νομολογίας, την ποιότητα και αξιοπιστία των πραγματογνωμοσυνών, καθώς και την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Η χρονική καθυστέρηση στην επίλυση των σχετικών διαφορών δύναται να οδηγήσει σε παγίωση της αποξένωσης, καθιστώντας δυσχερή ή και αδύνατη την αποκατάσταση της σχέσης γονέα και τέκνου. Ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση των θεσμικών μηχανισμών ταχείας και αποτελεσματικής παρέμβασης, με γνώμονα την ουσιαστική προστασία του συμφέροντος του παιδιού και τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων μερών.

Συμπεράσματα

Η γονική αποξένωση αναδεικνύεται ως ένα σύνθετο και δυναμικό φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να προσεγγιστεί μονοδιάστατα, αλλά απαιτεί τη σύζευξη νομικής, ψυχολογικής και ψυχιατροδικαστικής ανάλυσης. Η πολυπαραγοντική της φύση και η έλλειψη σαφούς διαγνωστικής τυποποίησης καθιστούν αναγκαία μια επιφυλακτική αλλά ταυτόχρονα ουσιαστική αξιολόγηση εκ μέρους των δικαστικών αρχών, με γνώμονα την αποφυγή τόσο της υπεραπλούστευσης όσο και της υποτίμησης του φαινομένου.

Η εφαρμογή της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού αποκτά, στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη πολυπλοκότητα, καθώς προϋποθέτει τη στάθμιση αντικρουόμενων δικαιωμάτων και την προσεκτική διάκριση μεταξύ πραγματικής αποξένωσης και δικαιολογημένης απομάκρυνσης. Η συμβολή της ψυχιατροδικαστικής καθίσταται καθοριστική, όχι ως μηχανισμός απλής επιβεβαίωσης ισχυρισμών, αλλά ως εργαλείο επιστημονικής ερμηνείας των οικογενειακών δυναμικών, το οποίο οφείλει να εντάσσεται σε ένα αυστηρό μεθοδολογικό και δεοντολογικό πλαίσιο.

Παράλληλα, η νομολογία, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης και αποτελεσματικής παρέμβασης των κρατικών αρχών για τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών, υπογραμμίζοντας ότι η αδράνεια ή η καθυστέρηση δύνανται να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις αποξένωσης.

Εν κατακλείδι, η αντιμετώπιση της γονικής αποξένωσης προϋποθέτει τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού θεσμικού και πρακτικού πλαισίου, το οποίο θα συνδυάζει την ταχύτητα της δικαστικής προστασίας με την επιστημονική επάρκεια των αποδεικτικών διαδικασιών. Η ενίσχυση της διεπιστημονικής συνεργασίας, η εξειδίκευση των δικαστικών λειτουργών και των πραγματογνωμόνων, καθώς και η ανάπτυξη ενιαίων κριτηρίων αξιολόγησης, συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ουσιαστική διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού και τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μερών.

Leave a reply

Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία «Κάθε παιδί χρειάζεται 2  Γονείς Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «A Child Needs 2 Parents ΑΜΚΕ»

Άρθρα

Επικοινωνία

Παναγή Τσαλδάρη 309
Νίκαια
ΤΚ: 18453

Υποστήριξη

Με ενθουσιώδεις εθελοντές, είμαστε έτοιμοι να σας στηρίξουμε οποιαδήποτε στιγμή.