Το νέο περιεχόμενο του 1536 ΑΚ: Οι αντικρουόμενες ερμηνείες – Πού εστιάζει η κριτική δικηγόρων και καθηγητών

Πηγή: Νομική Βιβλιοθήκη Daily , Αλεξιάννα Τσότσου, 30/01/2026

Το προσφάτως ψηφισθέν άρθρο 109 του ν. 5264/2025, το οποίο προσθέτει δεύτερη παράγραφο στο άρθρο 1536 του Αστικού Κώδικα, σχετικά με τη δυνατότητα μεταρρύθμισης πρωτόδικης απόφασης για την επιμέλεια τέκνου, όσο εκκρεμεί η έφεση, επικρίθηκε σφόδρα ως φωτογραφική διάταξη και μάλιστα με την ψήφισή της ως τροπολογίας που δεν τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.

Όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Ολομέλεια Δικηγορικών Συλλόγων: «Είναι προφανές ότι, στην πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 1536 ΑΚ δεν ακολουθήθηκαν οι κανόνες της καλής νομοθέτησης καθότι αφενός ουδέποτε οι σχετικές διατάξεις τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση και αφετέρου ενσωματώθηκαν σε Σχέδιο Νόμου με άσχετο περιεχόμενο, παρά την περί την αντίθετη συνταγματική πρόβλεψη (74παρ. 5 Σ) και μάλιστα ως επείγουσες ρυθμίσεις, χωρίς να συντρέχουν προς τούτο σχετικές προϋποθέσεις, αφού το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο είναι επαρκές διά της δυνατότητας άσκησης ασφαλιστικών μέτρων».

Η συζήτηση που άνοιξε αφορούσε κατά βάση αυτή την απροκάλυπτη επέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαστική σε μια θεσμική πρόκληση που χαρακτηρίστηκε ως παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου για εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων των κυβερνώντων.

Όπως συνοπτικά το εξηγεί η Τιτίκα Νικέα-Μουράτογλου, έμπειρη δικηγόρος στο οικογενειακό δίκαιο, «με αυτή τη διάταξη εισήχθη ένα, ας το πούμε, ένδικο βοήθημα, ώστε εφόσον κάποιος δυσαρεστήθηκε από την οριστική απόφαση που εκδόθηκε να μπορεί να επανέλθει το συντομότερο δυνατό και να ζητήσει από το Δικαστήριο με συνοπτικές διαδικασίες να την αλλάξει. Τούτο, όμως, αποτελεί ωμή παρέμβαση στη δικαστική κρίση και αντίκειται στις αρχές του κράτους δικαίου».

Πέρα, όμως, από τη διαδικασία ψήφισης της εν λόγω διάταξης, τα ζητήματα συνταγματικότητας και το θεσμικό ατόπημα, τις τελευταίες ημέρες απασχολεί έντονα τη νομική κοινότητα και η ουσία της διάταξης.

Ποιο είναι, τελικά, το ουσιαστικό της περιεχόμενο και κατά πόσο αυτό καταλαμβάνεται από υφιστάμενες λύσεις στο αστικό και δικονομικό δίκαιο;

Έγκριτοι δικηγόροι και καθηγητές λαμβάνουν θέση επί του ζητήματος, ξεκαθαρίζοντας για ποιους λόγους η ρύθμιση πάσχει σοβαρά και διαταράσσει την ισορροπία της πολιτικής δικονομίας στις οικογενειακές διαφορές.

Τι προβλέπει η νέα διάταξη του 1536 ΑΚ

Μέχρι τον ν. 5264/2025, το άρθρο 1536 ΑΚ όριζε ότι, εφόσον μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα μεταβληθούν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, κατόπιν αίτησης των γονέων, συγγενών ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ακόμη και ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου.

Επομένως, η παράγραφος 1 όριζε ότι πρέπει να υπάρχει μεταβολή των συνθηκών (και μάλιστα ουσιώδης σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία), ενώ υπήρχε διχογνωμία αν μπορούσε να ασκηθεί αίτηση μεταρρύθμισης κατά οριστικής απόφασης ή έπρεπε προηγουμένως να τελεσιδικήσει, με τη δεύτερη ερμηνεία να θεωρείται ισχυρότερη.

Η νέα παράγραφος που προστέθηκε στο άρθρο 1536 ΑΚ με την τροπολογία έρχεται να καλύψει το κενό, προβλέποντας ρητά ότι το ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση μπορεί να προχωρήσει σε μεταρρύθμισή της ακόμη και όταν έχει ασκηθεί έφεση, εφόσον υποβληθεί αίτηση από τον εκκαλούντα ή τον αρμόδιο εισαγγελέα.

Πρόκειται για μία διάταξη που έχει προκαλέσει μεγάλο προβληματισμό στους μάχιμους δικηγόρους που ασχολούνται με ζητήματα ρύθμισης των οικογενειακών σχέσεων, αφού αρκετοί επισημαίνουν ότι ήδη υπήρχε ρυθμιστικό πλαίσιο, ενώ άλλοι στέκονται στην ανισορροπία που φέρνει ανάμεσα στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο

«Υπάρχουν ήδη θεσμοθετημένες διατάξεις, που προέκυψαν μετά από διαβούλευση, όπως απαιτείται για την τροποποίηση κωδίκων σε αντίθεση με την σχολιαζομένη, που προστατεύουν επαρκώς το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου από την κακή άσκηση της γονικής μέριμνας – επιμέλειας τόσο στον ΑΚ όσο και στον ΚΠολΔ, ώστε να καθίσταται σαφές ότι η διάταξη αυτή δεν προστέθηκε για να καλύψει κάποιο διαγνωσμένο νομικό κενό» επισημαίνει η Τ. Νικέα-Μουράτογλου.

Συγκεκριμένα, εφόσον μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά, είναι δυνατόν να ασκηθούν ασφαλιστικά μέτρα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης στο Εφετείο, όπου εκκρεμεί η έφεση, ώστε να ανασταλεί προσωρινά η εφαρμογή της πρωτόδικης απόφασης ή να ρυθμιστεί διαφορετικά, έως ότου αποφασίσει το Εφετείο επί της έφεσης.

Και βεβαίως, στο επίπεδο της έφεσης, εφόσον έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά περιστατικά στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, μπορεί αυτό να προβληθεί ως οψιγενής λόγος έφεσης κατά άρθρο 527 ΚΠολΔ.

Επιπλέον, κατά άρθρο 1532 ΑΚ, σε περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, μπορεί να αφαιρεθεί η επιμέλεια από τον έναν γονέα, εφόσον το αιτηθεί ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς ή ο εισαγγελέας.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σε ποιο σημείο βρίσκει τη θέση της η νέα διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1536 ΑΚ και μήπως τελικά δεν επιλύει κανένα νομικό ζήτημα και καθίσταται κενή περιεχομένου;

Οι εκδοχές είναι δύο.

Η πρώτη επισημαίνει ότι μέχρι την επίμαχη τροπολογία δεν μπορούσε να ασκηθεί αίτηση μεταρρύθμισης κατά οριστικής απόφασης, εφόσον εκκρεμούσε έφεση, καθώς ενδεχόμενη άσκηση τέτοιου ένδικου βοηθήματος θα απορριπτόταν ως απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας. Αυτή η ερμηνεία είναι η κρατούσα στη νομολογία, η οποία, αν και το 1536 ΑΚ αναφέρει ότι η αίτηση μεταρρύθμισης μπορεί να ασκηθεί κατά «απόφασης» (χωρίς δηλαδή να προσδιορίζει αν πρόκειται για οριστική ή τελεσίδικη), δέχεται ότι πρέπει η απόφαση να έχει τελεσιδικήσει.

Με αυτή την ερμηνεία, η παρ. 2 του άρθρου 1536 επιλύει αυτή τη διχογνωμία, καθώς θεωρεί ότι η παρ. 1 αφορά τις τελεσίδικες αποφάσεις, οπότε προσθέτει μια επιπλέον δυνατότητα αίτησης μεταρρύθμισης σε προγενέστερο στάδιο, ήτοι κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Βέβαια υπάρχουν και αντίθετες δικαστικές αποφάσεις (βλ. ενδεικτικά τη ΜΕφΠατρ 102/2024), οι οποίες επισημαίνουν ότι δεν απαιτείται τελεσιδικία για την αίτηση μεταρρύθμισης του 1536 ΑΚ, όμως αποτελούν μειοψηφία, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι η τροπολογία έβαλε τέλος στην ασάφεια που δημιουργούσε το γράμμα του νόμου.

Ωστόσο, υπάρχει και μία ακόμη εκδοχή για το πώς η ουσία της νέας διάταξης διαφέρει από το ήδη υφιστάμενο πλαίσιο και είναι αρκετά προβληματική.

Η μεταβολή των συνθηκών δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση της αίτησης μεταρρύθμισης. 

Όπως προαναφέρθηκε, η παρ. 1 του 1536 ΑΚ απαιτεί να έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, ώστε να μπορεί να ασκηθεί αίτηση μεταρρύθμισης κατά της απόφασης που ρυθμίζει την επιμέλεια τέκνου. Η δεύτερη εκδοχή, λοιπόν, για την ουσία της νέας διάταξης είναι ότι αυτή αφορά τη δυνατότητα μεταρρύθμισης ανεξάρτητα από τη μεταβολή των συνθηκών.

Άλλωστε, στο γράμμα της παρ. 2 δεν αναφέρεται πουθενά ως προϋπόθεση η μεταβολή των συνθηκών, ενώ χαρακτηριστική είναι και η αιτιολογική έκθεση του ν. 5264/2025, η οποία υπογραμμίζει ότι η ρύθμιση εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και «όταν η απόφαση εκτίμησε εσφαλμένως τις συνθήκες διαβίωσης των τέκνων και του συμφέροντός τους».

Θα μπορεί, με λίγα λόγια, να ασκεί ο ένας διάδικος αίτηση μεταρρύθμισης μόνο με το επιχείρημα ότι το δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τις συνθήκες διαβίωσης των τέκνων, προβαίνοντας στην άσκηση ένδικου βοηθήματος χωρίς να έχει μεταβληθεί καμία συνθήκη.

Όπως αναφέρει ο Γιάννης Τασσόπουλος, Καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών σε σχετική ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «πρόκειται στην ουσία για την εισαγωγή ενός ανορθόδοξου forum shopping, δηλαδή της δυνατότητας ενός διαδίκου να επιδιώξει την έκδοση δικαστικής απόφασης που θα τον ευνοεί (μέσω της επιλογής της πρόσφορης δικαιοδοσίας), ασκώντας εκ νέου, παράλληλα με τα ένδικα μέσα, το ίδιο ένδικο βοήθημα στον ίδιο (πρώτο) βαθμό, ενώ έχει χάσει την αρχική δίκη, με ΑΜΦΙΒΟΛΗ μόνη ουσιαστική προϋπόθεση την επίκληση μεταβολής των συνθηκών. Αμφίβολη είναι η προϋπόθεση της μεταβολής των συνθηκών επειδή δεν αναφέρεται ρητά στη νέα παρ. 2! Δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί χωρίς καν να απαιτείται η επίκληση μεταβολής!»

Το θέμα εδώ, επιπλέον, είναι ότι ακόμη και αν θεωρηθεί πως από τη νομολογία θα γίνει μια σχετική ερμηνεία και θα τεθεί ως προϋπόθεση η μεταβολή των συνθηκών, επειδή δεν αναφέρεται στο γράμμα του νόμου, «προσφέρεται με την αοριστία και τη γενικότητα που τη διακρίνει για κάθε προσχηματική επίκληση χωρίς ουσιαστικό φραγμό», όπως τονίζει ο Γ. Τασσόπουλος, ο οποίος συνεχίζει, επισημαίνοντας πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν η διάταξη έθετε ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επίκληση της μεταβολής των συνθηκών: «Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν η διάταξη προέβλεπε ρητά τη μεταβολή των συνθηκών και μάλιστα έθετε κάποιες ουσιαστικότερες και αυξημένες προϋποθέσεις (λ.χ. ιδιαίτερα σοβαρή μεταβολή) οι οποίες δεν θα υπονόμευαν τη σταθερότητα και ασφάλεια των εννόμων σχέσεων που σκοπό έχει να προστατεύσει η παροχή δικαστικής προστασίας».

Η σύγχυση ανάμεσα στους δύο βαθμούς

Ανεξάρτητα, πάντως, από τη διχογνωμία για την ουσία της διάταξης, τη σκοπιμότητα και την ασάφειά της, ένα ακόμη ζήτημα είναι η ανισορροπία που προκαλεί μεταξύ του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.

«Για την επίμαχη και κακογραμμένη διάταξη έχουν γράψει πολλά και ορθά έγκριτοι συνάδελφοι και καθηγητές, με κυριότερο κατά τη γνώμη μου τη σύγχυση που προκαλείται κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας σε ανώτερο βαθμό, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η μη ύπαρξη μεταβατικής διάταξης για μια τόσο σημαντική αλλαγή σε Κώδικα» υπογραμμίζει ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος ΔΣΑ.

Αντίστοιχα, τοποθετείται και ο δικηγόρος Παναγιώτης Περάκης: «Με την εν λόγω νέα διάταξη έχουμε το εντελώς ανορθόδοξο να αλλάζει/εξαφανίζεται οριστικά μια πρωτόδικη απόφαση με μια άλλη πρωτόδικη απόφαση, ενώ εκκρεμεί έφεση κατά της πρώτης, με αποτέλεσμα, εκτός του ότι το Πρωτοδικείο λειτουργεί ως Εφετείο κατά του εαυτού του (…), όταν φτάνει η ώρα του πραγματικού Εφετείου να μην υπάρχει καν η απόφαση εναντίον της οποίας στρέφεται η έφεση!»

Ειδικότερα, επί του θολού ζητήματος σχετικά με το ποια απόφαση θα εφαρμοστεί και τι θα συμβεί με την εκκρεμούσα έφεση, τοποθετείται και η Τ. Νικέα-Μουράτογλου: «Αν και προβλέπεται ότι η μεταρρύθμιση θα ισχύει μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του ένδικου μέσου, δεν προβλέπεται τι θα ισχύσει στην περίπτωση που  ο δυσαρεστημένος διάδικος που εν τέλει πέτυχε τη μεταρρύθμιση της οριστικής απόφασης παραιτηθεί από την έφεση που έχει ασκήσει: Θα εξακολουθήσει να ισχύει η μεταρρύθμιση, ή μετά από την παραίτηση από το ένδικο μέσο παύει η ισχύς της μεταρρυθμιστικής απόφασης και επανέρχεται σε ισχύ η προηγουμένως εκδοθείσα οριστική απόφαση; Και τι γίνεται εάν κάνει έφεση και ο εφεσίβλητος και ζητήσει και αυτός μεταρρύθμιση στη συνέχεια; Η πρακτική αυτή είναι φανερό ότι μπορεί να δημιουργήσει έναν κυκεώνα δικών».

Έναν κυκεώνα δικών, όπου, όπως σκιαγραφεί εμφατικά ο Γ. Τασσόπουλος, «οι διάδικοι θα εγκλωβίζονται σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες, τις οποίες θα αντέξει μόνο ο οικονομικά ισχυρός, εκτός της λογικής της παροχής δικαστικής προστασίας».

Εν τέλει, «προσβάλλεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων στο μέτρο που ο ηττηθείς διάδικος έχει δυνατότητα να “ξαναπροσπαθήσει”, παρά την αντίθετη δικαστική κρίση» κλείνει ο ίδιος.

Leave a reply

Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με την επωνυμία «Κάθε παιδί χρειάζεται 2  Γονείς Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «A Child Needs 2 Parents ΑΜΚΕ»

Άρθρα

Επικοινωνία

Παναγή Τσαλδάρη 309
Νίκαια
ΤΚ: 18453

Υποστήριξη

Με ενθουσιώδεις εθελοντές, είμαστε έτοιμοι να σας στηρίξουμε οποιαδήποτε στιγμή.